<?xml version="1.0" encoding="UTF-8" standalone="no"?><SDOCTA xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance" STATUS="DEF1" xsi:noNamespaceSchemaLocation="TA.xsd"><IDENT><STRING BOLD="on">P10_TA(2026)0063</STRING></IDENT><TI><STRING BOLD="on">Καταλληλότητα του κανονιστικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, επικουρικότητα και αναλογικότητα — έκθεση για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου για τα έτη 2023 και 2024</STRING></TI><HIDDEN><STRING HIDDEN="on" ITALIC="on">(A10-0020/2026 - Εισηγητής: Jörgen Warborn)</STRING></HIDDEN><TXTLST><RESOL><TI><STRING BOLD="on">Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 10ης Μαρτίου 2026 σχετικά με την καταλληλότητα του κανονιστικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την επικουρικότητα και την αναλογικότητα — έκθεση για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου για τα έτη 2023 και 2024 (2025/2015(INI))</STRING></TI><TEXT><PREAMBLE><PRINIT><STRING ITALIC="on">Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,</STRING></PRINIT><GRVISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη το άρθρο 5 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΣΕΕ), και ιδίως τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας που κατοχυρώνονται σε αυτό,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη το Πρωτόκολλο αριθ.1 της ΣΕΕ και της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) σχετικά με τον ρόλο των εθνικών κοινοβουλίων στην Ευρωπαϊκή Ένωση<FOOTNOTE><FIELD> ΕΕ C 202 της 7.6.2016, σ. 203, ELI: http://data.europa.eu/eli/treaty/tfeu_2016/pro_1/oj.</FIELD></FOOTNOTE>,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη το πρωτόκολλο αριθ. 2 της ΣΕΕ και της ΣΛΕΕ σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας<FOOTNOTE><FIELD> ΕΕ C 326 της 26.10.2012, σ. 206, ELI: http://data.europa.eu/eli/treaty/tfeu_2012/pro_2/oj.</FIELD></FOOTNOTE>,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη τη διοργανική συμφωνία της 13ης Απριλίου 2016 μεταξύ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου<FOOTNOTE><FIELD> ΕΕ L 123 της 12.5.2016, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/agree_interinstit/2016/512/oj.</FIELD></FOOTNOTE>,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη την ετήσια έκθεση της Επιτροπής για το 2023, της 25ης Οκτωβρίου 2024, σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας και τις σχέσεις με τα εθνικά κοινοβούλια (COM(2024)0493),</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη την ετήσια έκθεση της Επιτροπής για το 2024, της 8ης Σεπτεμβρίου 2025, σχετικά με την εφαρμογή των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας και τις σχέσεις με τα εθνικά κοινοβούλια (COM(2025)0473),</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 24ης Ιουνίου 2021, σχετικά με την καταλληλότητα του κανονιστικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την επικουρικότητα και την αναλογικότητα — έκθεση για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου για τα έτη 2017, 2018 και 2019<FOOTNOTE><FIELD> ΕΕ C 81 της 18.2.2022, σ. 74.</FIELD></FOOTNOTE>,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 23ης Νοεμβρίου 2023, σχετικά με την καταλληλότητα του κανονιστικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, την επικουρικότητα και την αναλογικότητα — έκθεση για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου για τα έτη 2020, 2021 και 2022<FOOTNOTE><FIELD> ΕΕ C, C/2024/4228, 24.7.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2024/4228/oj.</FIELD></FOOTNOTE>,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 17ης Ιανουαρίου 2024, σχετικά με την εφαρμογή των διατάξεων της Συνθήκης όσον αφορά τα εθνικά κοινοβούλια<FOOTNOTE><FIELD> ΕΕ C, C/2024/5714, 17.10.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2024/5714/oj.</FIELD></FOOTNOTE>,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη την ανακοίνωση της Επιτροπής, της 29ης Απριλίου 2021, με τίτλο «Βελτίωση της νομοθεσίας: συνένωση δυνάμεων για τη θέσπιση καλύτερων νόμων» (COM(2021)0219),</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη το ψήφισμά του, της 7ης Ιουλίου 2022, με τίτλο «Βελτίωση της νομοθεσίας: συνένωση δυνάμεων για τη θέσπιση καλύτερων νόμων»<FOOTNOTE><FIELD> ΕΕ C 47 της 7.2.2023, σ. 250.</FIELD></FOOTNOTE>,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη τη μελέτη με τίτλο «The “one in, one out” principle» (Η αρχή “για κάθε θέσπιση, μία κατάργηση”), που δημοσιεύθηκε από το Θεματικό Τμήμα Δικαιωμάτων των Πολιτών και Συνταγματικών Υποθέσεων τον Οκτώβριο του 2023,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη όλες τις προηγούμενες ανακοινώσεις της Επιτροπής σχετικά με την ανάγκη για βελτίωση του νομοθετικού έργου με σκοπό την επίτευξη καλύτερων αποτελεσμάτων προς όφελος των πολιτών της ΕΕ,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη την έκθεση του Mario Draghi, της 9ης Σεπτεμβρίου 2024, με τίτλο «The future of European Competitiveness – A Competitiveness Strategy for Europe» (Το μέλλον της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας — Μια στρατηγική ανταγωνιστικότητας για την Ευρώπη) (έκθεση Draghi),</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη την έκθεση του Enrico Letta, της 17ης Απριλίου 2024, με τίτλο «Much more than a market» («Πολύ περισσότερο από μια απλή αγορά») (έκθεση Letta),</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη το άρθρο 55 του Κανονισμού του,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Νομικών Θεμάτων (A10-0020/2026),</P></VISA></GRVISA><GRCONS><CONS><P><NO.P>Α.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 5 ΣΕΕ, η οριοθέτηση των αρμοδιοτήτων της Ένωσης διέπεται από την αρχή της δοτής αρμοδιότητας· λαμβάνοντας υπόψη ότι η άσκηση των αρμοδιοτήτων της ΕΕ διέπεται από τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, η Ένωση ενεργεί μόνον εντός των ορίων των αρμοδιοτήτων που της απονέμουν τα κράτη μέλη με τις Συνθήκες για την επίτευξη των στόχων που οι Συνθήκες αυτές ορίζουν· λαμβάνοντας υπόψη ότι κάθε αρμοδιότητα η οποία δεν απονέμεται στην ΕΕ με τις Συνθήκες ανήκει στα κράτη μέλη·</P></CONS><CONS><P><NO.P>Β.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι η νομοθεσία της ΕΕ θα πρέπει να είναι κατάλληλη για τον επιδιωκόμενο σκοπό, αναλογική, σαφής και κατανοητή, προκειμένου να ωφελούνται αποτελεσματικά οι πολίτες και οι συμφεροντούχοι· λαμβάνοντας υπόψη ότι η βελτίωση του νομοθετικού έργου βοηθά να διασφαλιστεί ότι οι πολιτικές και η νομοθεσία της ΕΕ προσανατολίζονται προς το μέλλον, λαμβάνοντας υπόψη τον ταχύτερο ρυθμό των τεχνολογικών, κοινωνικών και περιβαλλοντικών εξελίξεων· λαμβάνοντας υπόψη ότι, επομένως, θα είναι ολοένα και πιο σημαντικό οι κανονιστικές προτάσεις να υποστηρίζονται από τεκμηριωμένες αξιολογήσεις· λαμβάνοντας υπόψη ότι ένα νομοθετικό έργο με ποιοτικά κριτήρια θα πρέπει να αποφέρει αποτελέσματα για όλους ως μακροπρόθεσμη επένδυση στην κοινή ευημερία των κοινωνιών μας και στο μέλλον μας·</P></CONS><CONS><P><NO.P>Γ.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι το η νομοθεσία της ΕΕ διέπεται από τις αξίες και τις υποχρεώσεις του σεβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, της δημοκρατίας, της ισότητας, του κράτους δικαίου, καθώς και του σεβασμού των ανθρώπινων δικαιωμάτων, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 ΣΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι το κράτος δικαίου διασφαλίζει ότι όλες οι δράσεις της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων των νομοθετικών και κανονιστικών διαδικασιών, βασίζονται στη νομιμότητα, τη διαφάνεια και τον αποτελεσματικό δικαστικό έλεγχο·</P></CONS><CONS><P><NO.P>Δ.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι η βελτίωση της νομοθεσίας αποτελεί κοινό στόχο για όλα τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και κοινή ευθύνη μεταξύ των θεσμικών οργάνων της ΕΕ και των κρατών μελών, και θα πρέπει να υποστηρίζεται από διαφάνεια, αναλογικότητα, λογοδοσία και συνεργασία μεταξύ των θεσμικών οργάνων και των κρατών μελών, των πολιτών και των συμφεροντούχων, διασφαλίζοντας παράλληλα τον πλήρη σεβασμό όλων των θεμελιωδών ευρωπαϊκών αξιών, συμπεριλαμβανομένων της δημοκρατίας, του κράτους δικαίου και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων·</P></CONS><CONS><P><NO.P>Ε.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι στις πολιτικές της κατευθύνσεις για την επόμενη Ευρωπαϊκή Επιτροπή 2024-2029, της 18ης Ιουλίου 2024, η εκλεγείσα Πρόεδρος δήλωσε ότι «η μελλοντική νομοθεσία πρέπει επίσης να είναι απλουστευμένη και σχεδιασμένη με γνώμονα τις μικρές επιχειρήσεις και σε πνεύμα επικουρικότητας»· λαμβάνοντας υπόψη ότι δήλωσε επίσης ότι «η βελτίωση της νομοθεσίας πρέπει να αποτελεί κοινό καθήκον —με τη συμμετοχή όλων των θεσμικών οργάνων και την κάλυψη του συνόλου της νομοθετικής διαδικασίας»·</P></CONS><CONS><P><NO.P>ΣΤ.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή έχει καταστήσει σαφές στις διάφορες ανακοινώσεις της ότι η βελτίωση της νομοθεσίας απαιτεί να διασφαλιστεί ότι η νομοθεσία και η χάραξη πολιτικής της ΕΕ βασίζονται σε αξιόπιστα στοιχεία, εμπλέκουν τους συμφεροντούχους, συμπεριλαμβανομένων των πολιτών και των επιχειρήσεων, αποφεύγουν την επιβολή περιττών επιβαρύνσεων και αποφέρουν απτά και βιώσιμα οφέλη για τους πολίτες της ΕΕ·</P></CONS><CONS><P><NO.P>Ζ.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι τα εθνικά κοινοβούλια είναι οι φυσικοί θεματοφύλακες της αρχής της επικουρικότητας και διαδραματίζουν καίριο ρόλο στη διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας μέσω του διακοινοβουλευτικού διαλόγου και του συστήματος έγκαιρης προειδοποίησης, το οποίο επιτρέπει στα εθνικά κοινοβούλια και/ή τα κοινοβουλευτικά σώματα να υποβάλλουν αιτιολογημένη γνώμη εάν πιστεύουν ότι μια νομοθετική πρόταση δεν τηρεί την αρχή της επικουρικότητας·</P></CONS><CONS><P><NO.P>Η.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 4 ΣΕΕ, η ΕΕ και τα κράτη μέλη της δεσμεύονται από την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας, σύμφωνα με την οποία οφείλουν να εκπληρώνουν τα εκ των Συνθηκών καθήκοντα βάσει αμοιβαίου σεβασμού και αμοιβαίας συνεργασίας· λαμβάνοντας υπόψη ότι αυτό περιλαμβάνει το καθήκον των κρατών μελών να λαμβάνουν κάθε κατάλληλο μέτρο για να διασφαλίζουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Συνθήκες ή τις πράξεις της ΕΕ·</P></CONS><CONS><P><NO.P>Θ.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι η ανταγωνιστικότητα, η καινοτομία και η ανάπτυξη των επιχειρήσεων της ΕΕ δεν θα πρέπει να παρεμποδίζονται αδικαιολόγητα από υπερβολικές κανονιστικές επιβαρύνσεις, οι οποίες θα οδηγούσαν σε εκροή επενδύσεων και θέσεων εργασίας εκτός της ΕΕ, με ιδιαίτερα επιζήμιες επιπτώσεις στις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ)· λαμβάνοντας υπόψη ότι η προβλεψιμότητα δικαίου και η ασφάλεια δικαίου είναι ουσιαστικής σημασίας για τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς· λαμβάνοντας υπόψη ότι η ενιαία αγορά εξακολουθεί να αντιμετωπίζει φραγμούς και κατακερματισμό·</P></CONS><CONS><P><NO.P>Ι.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι η διαφανής, ακριβής και ομοιόμορφη εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ είναι απαραίτητη για την ενίσχυση της εμπιστοσύνης των πολιτών στην ΕΕ, με την παράλληλη αποφυγή δημιουργίας περιττών επιβαρύνσεων και πρόσθετου κόστους για όλους, συμπεριλαμβανομένων των επιχειρήσεων και των καταναλωτών· λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 197 ΣΛΕΕ, η εν λόγω εφαρμογή πρέπει να θεωρείται ζήτημα κοινού ενδιαφέροντος για τα κράτη μέλη· λαμβάνοντας υπόψη ότι τα κράτη μέλη θα πρέπει να αποφεύγουν την προσθήκη περιττού πρόσθετου διοικητικού φόρτου ή φόρτου συμμόρφωσης κατά τη μεταφορά της νομοθεσίας της ΕΕ στο εθνικό δίκαιο·</P></CONS><CONS><P><NO.P>ΙΑ.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι η Επιτροπή εισήγαγε το 2021 την αρχή « για κάθε θέσπιση, μία κατάργηση», σύμφωνα με την οποία νέες επιβαρύνσεις που προκύπτουν από τις νομοθετικές προτάσεις της Επιτροπής αντισταθμίζονται με την άρση των υφιστάμενων επιβαρύνσεων στον ίδιο τομέα πολιτικής· λαμβάνοντας υπόψη ότι η έννοια αυτή δεν λειτουργεί ως εργαλείο για τη βελτίωση της νομοθεσίας στην τρέχουσα μορφή της, ιδίως επειδή δεν αφορά την νομοθετική ποιότητα, η οποία δεν μπορεί να περιοριστεί μόνο σε ποσοτικούς στόχους για τη μείωση του φόρτου και του κόστους, και δεν περιλαμβάνει την αξιολόγηση των πιθανών επιπτώσεών της στους ισχύοντες ρυθμιστικούς στόχους της ΕΕ·</P></CONS><CONS><P><NO.P>ΙΒ.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι η προσέγγιση «για κάθε θέσπιση, μία κατάργηση» δεν θα πρέπει να νοείται ως αριθμητικός στόχος για τις νομοθετικές πράξεις, αλλά μάλλον ως μηχανισμός βασισμένος στο κόστος που αποσκοπεί στην επίτευξη απτής καθαρής μείωσης του κανονιστικού κόστους και βελτιώσεων στη λειτουργία της αγοράς και της κοινωνίας της ΕΕ· λαμβάνοντας υπόψη ότι πρέπει να εξακολουθήσει να δίνεται έμφαση στο συνολικό διοικητικό κόστος καθώς και στο συνολικό κόστος συμμόρφωσης και εφαρμογής που επιβάλλεται στις επιχειρήσεις, διασφαλίζοντας την αντιστάθμιση τυχόν νέων υποχρεώσεων· λαμβάνοντας υπόψη ότι η τρέχουσα προσέγγιση «για κάθε θέσπιση, μία κατάργηση» είναι, εν προκειμένω, ανεπαρκής· λαμβάνοντας υπόψη ότι θα πρέπει να θεσπιστεί μια πιο φιλόδοξη γενική προσέγγιση·</P></CONS><CONS><P><NO.P>ΙΓ.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι οι πρόσφατες εξελίξεις στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης (ΤΝ) μετασχηματίζουν τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αξιολογηθεί και να εφαρμοστεί το δίκαιο της ΕΕ, καθώς εξελίσσονται από περιορισμένα, βασισμένα στη γνώση εξειδικευμένα συστήματα σε προγνωστικά και παραγωγικά μοντέλα μηχανικής μάθησης· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι τεχνολογίες αυτές δημιουργούν νέες δυνατότητες, καθώς και προκλήσεις σε ολόκληρο τον νομοθετικό κύκλο, μεταξύ άλλων κατά το στάδιο της ανάλυσης πριν από τη θέσπιση, της πρόβλεψης επιπτώσεων, της σύνταξης νομοθετικών κειμένων, της δημόσιας διαβούλευσης και ιδίως της παρακολούθησης μετά τη θέσπιση, και, επομένως, προσφέρουν σημαντικές ευκαιρίες για τη βελτίωση της ταχύτητας, της ακρίβειας και του βάθους της νομοθεσίας της ΕΕ, εάν αντιμετωπιστούν με τη δέουσα προσοχή και με σεβασμό των θεμελιωδών δικαιωμάτων·</P></CONS><CONS><P><NO.P>ΙΔ.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι η βελτίωση της νομοθεσίας πρέπει να αποσκοπεί στην εξυπηρέτηση των πολιτικών φιλοδοξιών της ΕΕ, ιδίως των μακροπρόθεσμων στόχων της· λαμβάνοντας υπόψη ότι οι άρτια διενεργούμενες εκ των προτέρων και εκ των υστέρων εκτιμήσεις επιπτώσεων, μεταξύ άλλων όσον αφορά τις κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις, και οι δημόσιες διαβουλεύσεις αποτελούν βασικά εργαλεία για μια καλά ενημερωμένη, βελτιωμένη, αποτελεσματική, υπεύθυνη και διαφανή νομοθετική διαδικασία· λαμβάνοντας υπόψη ότι η επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου είναι υπεύθυνη για την αξιολόγηση της ποιότητας της εκτίμησης επιπτώσεων, τους ελέγχους καταλληλότητας, αλλά και τις σημαντικές αξιολογήσεις για τη στήριξη της λήψης πολιτικών αποφάσεων·</P></CONS></GRCONS></PREAMBLE><DISPOSITIF><ACTLST><ACTINIT><STRING BOLD="on"><STRING ITALIC="on">Επικουρικότητα και αναλογικότητα</STRING></STRING></ACTINIT><ACTION><P><NO.P>1.</NO.P>υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας που κατοχυρώνονται στο άρθρο 5 ΣΕΕ, η ΕΕ έχει την υποχρέωση να νομοθετεί μόνο όπου και κατά τον βαθμό που αυτό είναι αναγκαίο· υπενθυμίζει ότι στόχος αυτής της υποχρέωσης είναι η θέσπιση νομοθεσίας όσο το δυνατόν εγγύτερα στους πολίτες της ΕΕ·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>2.</NO.P>υπενθυμίζει ότι η βελτίωση του νομοθετικού έργου βασίζεται στη διοργανική ισορροπία μεταξύ των συννομοθετών και στην κοινή δέσμευση για ειλικρινή και διαφανή συνεργασία καθ’ όλη τη διάρκεια του νομοθετικού κύκλου· σημειώνει ότι αυτό πρέπει να αποτυπώνεται στον καθορισμό ή την επανεξέταση των πολυετών προτεραιοτήτων και στην ετήσια κοινή δήλωση σχετικά με τις ετήσιες διοργανικές προτεραιότητες· υπενθυμίζει ότι οποιαδήποτε πρόθεση της Επιτροπής να αποσύρει εκκρεμείς νομοθετικές πράξεις, όπως ανακοινώθηκε στα ετήσια προγράμματα εργασίας της, πρέπει να είναι δεόντως αιτιολογημένη και τεκμηριωμένη, ώστε να καθίσταται δυνατή η δέουσα διαβούλευση με τους συννομοθέτες της ΕΕ·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>3.</NO.P>υπενθυμίζει ότι η προσφυγή σε άλλες νομικές βάσεις πέραν της συνήθους νομοθετικής διαδικασίας οριοθετείται προσεκτικά στις Συνθήκες· προειδοποιεί για τον κίνδυνο τυχόν χρήσης νομοθετικών διαδικασιών που προβλέπονται ειδικά για καταστάσεις έκτακτης ανάγκης βάσει του άρθρου 122 ΣΛΕΕ πέραν συγκεκριμένων καταστάσεων που απαιτούν ταχεία αντίδραση σε εξελισσόμενες κρίσεις·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>4.</NO.P>υπενθυμίζει ότι οι αξιολογήσεις, οι εκτιμήσεις επιπτώσεων και οι διαβουλεύσεις με τους συμφεροντούχους αποτελούν βασικούς πυλώνες μιας αποτελεσματικής, υπεύθυνης και δημοκρατικής ρυθμιστικής διαδικασίας·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>5.</NO.P>σημειώνει ότι το 2023 τα εθνικά κοινοβούλια υπέβαλαν 22 αιτιολογημένες γνώμες, ένα τρίτο λιγότερο από ό,τι το 2022, σύμφωνα με τη μακροπρόθεσμη πτωτική τάση του αριθμού των αιτιολογημένων γνωμών· επισημαίνει ότι σημειώθηκε επίσης αύξηση της συμμετοχής των εθνικών κοινοβουλίων στον ευρύτερο πολιτικό διάλογο με την Επιτροπή, αντιπροσωπεύοντας αύξηση άνω του 10 % σε σύγκριση με το 2022·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>6.</NO.P>σημειώνει ότι τα εθνικά κοινοβούλια έχουν υποβάλει μόνο 577 ελέγχους επικουρικότητας και αιτιολογημένες γνώμες, 3 803 εισηγήσεις, τρεις «κίτρινες κάρτες» και καμία «πορτοκαλί κάρτα» από την έναρξη ισχύος της Συνθήκης της Λισαβόνας το 2009·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>7.</NO.P>σημειώνει ότι, εκτός από τον μηχανισμό ελέγχου της επικουρικότητας που θεσπίστηκε με το Πρωτόκολλο αριθ. 2, η Επιτροπή έθεσε σε εφαρμογή πολιτικό διάλογο το 2006, μέσω του οποίου υποβλήθηκαν 402 γνώμες το 2023· σημειώνει, επιπλέον, ότι στις εν λόγω γνώμες, τα εθνικά κοινοβούλια επικεντρώθηκαν στο πρόγραμμα εργασίας της Επιτροπής για το 2023·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>8.</NO.P>σημειώνει ότι το 2024 σηματοδότησε 15 έτη από την έναρξη ισχύος και την εφαρμογή της Συνθήκης της Λισαβόνας, η οποία εισήγαγε υψηλότερα επίπεδα κοινοβουλευτικού ελέγχου και δημοκρατικής λογοδοσίας στην ΕΕ, ιδίως μέσω των αρχών της επικουρικότητας και της αναλογικότητας·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>9.</NO.P>σημειώνει ότι το 2024 ήταν επίσης ένα μεταβατικό έτος μεταξύ δύο θητειών της Επιτροπής, κατά τη διάρκεια του οποίου η ένταση του εθνικού κοινοβουλευτικού ελέγχου συνήθως μειώνεται· σημειώνει ότι αυτό συνέβη και το 2024, κατά τη διάρκεια του οποίου τα εθνικά κοινοβούλια υπέβαλαν 252 γνώμες, εκ των οποίων οι 14 ήταν αιτιολογημένες γνώμες· σημειώνει ότι, παρόλο που πρόκειται για σημαντική μείωση σε σύγκριση με το 2023, δεν είναι ασυνήθιστη για ένα μεταβατικό έτος και ήταν πιο συγκρατημένη μείωση σε σύγκριση με το προηγούμενο μεταβατικό έτος, το 2019·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>10.</NO.P>επικροτεί το γεγονός ότι το 2024 η Επιτροπή βελτίωσε σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο δημοσιοποιούνται οι γνώμες των εθνικών κοινοβουλίων, καθώς και οι απαντήσεις της σε αυτές, με τη δημιουργία μιας νέας διαδικτυακής βάσης δεδομένων με διάφορες δυνατότητες φιλτραρίσματος· επικροτεί, περαιτέρω, το γεγονός ότι η βελτιωμένη εκδοχή ισχύει και για τις γνώμες και τις απαντήσεις που έχουν συγκεντρωθεί από το 2014·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>11.</NO.P>ζητεί την έγκαιρη, διαρθρωμένη και ουσιαστική συμμετοχή των εθνικών κοινοβουλίων στον κύκλο χάραξης πολιτικής της ΕΕ, μεταξύ άλλων κατά τη διάρκεια των σταδίων διαβούλευσης και καθορισμού του θεματολογίου, και όχι μόνο μετά από την έγκριση πρότασης από την Επιτροπή· υπογραμμίζει ότι η παροχή έγκαιρης πρόσβασης στα εθνικά κοινοβούλια σε σχέδια πρωτοβουλιών, αναλύσεις πλαισίου και στα έγγραφα εκτίμησης επιπτώσεων θα επέτρεπε τον αποτελεσματικότερο έλεγχο των ζητημάτων επικουρικότητας και αναλογικότητας και θα διασφάλιζε ότι η εθνική εμπειρογνωμοσύνη λαμβάνεται υπόψη σε πρώιμα στάδια της νομοθετικής διαδικασίας της ΕΕ·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>12.</NO.P>σημειώνει τις εκκλήσεις αρκετών εθνικών κοινοβουλίων για ενισχυμένη συμμετοχή στον έλεγχο των κατ’ εξουσιοδότηση και των εκτελεστικών πράξεων· τονίζει τη σημασία του εκ των προτέρων ελέγχου των εν λόγω πράξεων από τα εθνικά κοινοβούλια, προκειμένου να διασφαλίζεται ο σεβασμός και η συμμόρφωση με τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>13.</NO.P>ζητεί ενισχυμένη συνεργασία με τα εθνικά κοινοβούλια μέσω διαρθρωμένων πλατφορμών ψηφιακού διαλόγου, ώστε να διασφαλιστεί η έγκαιρη ανταλλαγή πληροφοριών σχετικά με νέες πρωτοβουλίες της ΕΕ· ενθαρρύνει την εξέταση τρόπων που θα επιτρέψουν στα εθνικά κοινοβούλια να διαδραματίσουν πιο προορατικό ρόλο στη χάραξη πολιτικής της ΕΕ, μεταξύ άλλων μέσω ενός διαρθρωμένου μηχανισμού «πράσινης κάρτας» που θα επιτρέπει συλλογικές προτάσεις για πρωτοβουλίες της Επιτροπής, λειτουργώντας κάτω από εύλογα και εφικτά κατώτατα όρια· τονίζει ότι οι τοπικοί και περιφερειακοί εκπρόσωποι θα πρέπει να συμμετέχουν σε διακοινοβουλευτικές ανταλλαγές προκειμένου να βελτιωθεί η διαφάνεια και η δημόσια στήριξη της νομοθετικής διαδικασίας της ΕΕ· σημειώνει ότι η ανάθεση στα κοινοβούλια ενός ρόλου που δεν είναι πλέον αποκλειστικά αντιδραστικός θα ενίσχυε την αποδοχή της δράσης της ΕΕ και τη δημοκρατική νομιμοποίησή της·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>14.</NO.P>σημειώνει ότι το 2024 το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης ακύρωσε διάταξη κανονισμού που προστέθηκε κατά τη διάρκεια των νομοθετικών διαπραγματεύσεων με την αιτιολογία ότι δεν υπήρχαν επαρκείς πληροφορίες για την αξιολόγηση και την αδιαμφισβήτητη απόδειξη της αναλογικότητάς της· επαναλαμβάνει ότι οι αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας παραμένουν ουσιώδεις για τη νομιμότητα της ΕΕ και ζητεί στενότερη συνεργασία και ενισχυμένο διαρθρωμένο διάλογο με τα εθνικά κοινοβούλια·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>15.</NO.P>υπογραμμίζει ότι, παρά τον κοινό στόχο της καλόπιστης συνεργασίας που καθοδηγεί τη χάραξη πολιτικής και τη θέσπιση νομοθεσίας της ΕΕ, συμπεριλαμβανομένου του ρόλου των κρατών μελών στη λήψη όλων των κατάλληλων μέτρων για τη διασφάλιση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων που απορρέουν από τις Συνθήκες ή από πράξεις των θεσμικών οργάνων της ΕΕ, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικές αποκλίσεις όσον αφορά την έγκαιρη μεταφορά των οδηγιών και την εφαρμογή του δικαίου της ΕΕ· ενθαρρύνει την περαιτέρω στήριξη για την ανάπτυξη της διοικητικής και τεχνικής ικανότητας των κρατών μελών στο πλαίσιο αυτό, και παροτρύνει την Επιτροπή να διασφαλίσει την αποφασιστική επιβολή όταν η συνεργασία αποτυγχάνει·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>16.</NO.P>σημειώνει την καθιέρωση «διαλόγων σχετικά με την εφαρμογή» που διεξάγει η Επιτροπή στο πλαίσιο των προσπαθειών της για διαφάνεια και συμμετοχική δημοκρατία με στόχο τη βελτίωση της νομοθεσίας· ενθαρρύνει, γενικότερα, πρωτοβουλίες που ευνοούν την ουσιαστική συμμετοχή της κοινωνίας των πολιτών και των επιχειρήσεων στη χάραξη πολιτικής· σημειώνει, στο πλαίσιο αυτό, ότι μπορούν να γίνουν βελτιώσεις για να διασφαλιστεί ότι η νομοθετική διαδικασία της ΕΕ είναι πιο διαφανής, περιλαμβάνει όλες τις εισηγήσεις των συμφεροντούχων και ότι είναι ευκολότερο να ακολουθηθεί·</P></ACTION></ACTLST><ACTLST><ACTINIT><STRING BOLD="on"><STRING ITALIC="on">Βελτίωση του νομοθετικού έργου</STRING></STRING></ACTINIT><ACTION><P><NO.P>17.</NO.P>υπογραμμίζει ότι, παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί στο πλαίσιο του θεματολογίου για τη βελτίωση της νομοθεσίας, η νομοθεσία της ΕΕ εξακολουθεί να δημιουργεί μεγάλο κανονιστικό φόρτο και, ως εκ τούτου, επιδέχεται βελτιώσεων ώστε να διασφαλιστεί ότι η νομοθετική διαδικασία της ΕΕ είναι πιο διαφανής, συμπεριλαμβάνει τη συμβολή των σχετικών συμφεροντούχων και είναι ευκολότερο να παρακολουθείται και να εφαρμόζεται·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>18.</NO.P>καλεί την Επιτροπή και τους συννομοθέτες να εφαρμόζουν συστηματικά ορθές τεχνικές σύνταξης νομοθετικών κειμένων και να χρησιμοποιούν σαφή και προσβάσιμη νομική γλώσσα, διασφαλίζοντας τη συνοχή σε ολόκληρο το κεκτημένο της ΕΕ και αποφεύγοντας αλληλεπικαλύψεις ή αντιφάσεις που δημιουργούν περιττή πολυπλοκότητα και εμποδίζουν την εφαρμογή· επαναλαμβάνει ότι η σαφής και συνεκτική διατύπωση ενισχύει την ασφάλεια δικαίου και μειώνει τον διοικητικό φόρτο για τους πολίτες, τις επιχειρήσεις και τις δημόσιες διοικήσεις·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>19.</NO.P>αναγνωρίζει τον ουσιαστικό ρόλο της επιβολής του νόμου στην προάσπιση του κράτους δικαίου και στην προστασία των θεμελιωδών δικαιωμάτων· υπενθυμίζει ότι η ασφάλεια δικαίου, η προσβασιμότητα και η νομοθετική προβλεψιμότητα αποτελούν βασικές απαιτήσεις του κράτους δικαίου· καλεί την Επιτροπή και τους συννομοθέτες να διασφαλίσουν ότι τα εργαλεία για τη βελτίωση της νομοθεσίας, συμπεριλαμβανομένων των εκτιμήσεων επιπτώσεων, των διαβουλεύσεων και των αξιολογήσεων, συμβάλλουν προς μια σαφέστερη, πιο συνεκτική και προβλέψιμη νομοθεσία της ΕΕ· καλεί τα κράτη μέλη να διασφαλίσουν ότι οποιεσδήποτε συνταγματικές ή νομοθετικές μεταρρυθμίσεις που επηρεάζουν τη διάκριση των εξουσιών συμμορφώνονται πλήρως με τις θεμελιώδεις αξίες και τις νομικές αρχές της ΕΕ και ότι γίνεται πλήρης χρήση της εργαλειοθήκης της ΕΕ για το κράτος δικαίου, καθώς οι εν λόγω μεταρρυθμίσεις θα είχαν σοβαρές συνέπειες στη συνοχή της ΕΕ και τη ζωή των πολιτών·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>20.</NO.P>εκφράζει τη βαθιά λύπη του για το γεγονός ότι η Επιτροπή διενεργεί όλο και λιγότερες εκτιμήσεις επιπτώσεων, οι οποίες αποτελούν συνιστώσα του δικού της πλαισίου για τη βελτίωση της νομοθεσίας· θεωρεί ότι, προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι του θεματολογίου για τη βελτίωση του νομοθετικού έργου, πρέπει να βελτιωθεί σημαντικά η ποιότητα και η χρήση των εκτιμήσεων επιπτώσεων·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>21.</NO.P>τονίζει την ανάγκη για κατάλληλες, ανεξάρτητες και διαφανείς εκτιμήσεις επιπτώσεων όλων των νομοθετικών προτάσεων, καθώς και για κατάλληλες εκ των υστέρων αξιολογήσεις των πρωτοβουλιών της Ένωσης· υπενθυμίζει ότι το Κοινοβούλιο έχει, αντί της Επιτροπής, πραγματοποιήσει επανειλημμένα δικές του εκτιμήσεις επιπτώσεων· υπενθυμίζει, περαιτέρω, ότι το Κοινοβούλιο έχει συστήσει ειδική διεύθυνση, τη Διεύθυνση Εκτίμησης Αντικτύπου και Ευρωπαϊκής Προστιθέμενης Αξίας, η οποία είναι σε θέση να διενεργεί εκ των προτέρων εκτιμήσεις επιπτώσεων και εκ των υστέρων αξιολογήσεις, προκειμένου να υποστηριχθεί μια τεκμηριωμένη χάραξη πολιτικής· υπενθυμίζει, ωστόσο, ότι ενώ οι εκτιμήσεις επιπτώσεων συμβάλλουν στην ενημέρωση, δεν υποκαθιστούν τη λήψη πολιτικών αποφάσεων·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>22.</NO.P>επισημαίνει ότι όλες οι σημαντικές νομοθετικές και πολιτικές πρωτοβουλίες θα πρέπει να συνοδεύονται από ανάλυση κόστους-οφέλους στο πλαίσιο της εκτίμησης επιπτώσεων, μεταξύ άλλων όσον αφορά τις κοινωνικές, οικονομικές και περιβαλλοντικές επιπτώσεις τους· θεωρεί ότι οι αναλύσεις αυτές είναι απαραίτητες για την τεκμηριωμένη χάραξη πολιτικής και για τη διατήρηση της εμπιστοσύνης των πολιτών και των επιχειρήσεων στη νομοθεσία της ΕΕ·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>23.</NO.P>επαναλαμβάνει την έκκλησή του για ενσωμάτωση των δικαιωμάτων του παιδιού σε ολόκληρη τη νομοθεσία της ΕΕ μέσω της καθιέρωσης ενός ελέγχου για τα δικαιώματα του παιδιού στο πλαίσιο της εργαλειοθήκης εκτίμησης επιπτώσεων, ο οποίος θα διασφαλίζει ότι όλες οι νομοθετικές προτάσεις της ΕΕ αξιολογούνται ως προς τον πιθανό αντίκτυπό τους στα δικαιώματα του παιδιού, θα προσδιορίζει τους θιγόμενους τομείς και θα προβλέπει την αξιολόγηση εναλλακτικών μέτρων, όπου αρμόζει· υπογραμμίζει ότι η διαδικασία αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει την πλατφόρμα της ΕΕ για τη συμμετοχή των παιδιών, ώστε να ενισχυθεί η φωνή τους στη διαδικασία λήψης αποφάσεων·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>24.</NO.P>υπενθυμίζει ότι η ανάγκη να θεσπιστεί νέα νομοθεσία δεν θα πρέπει να συνεπάγεται αυτομάτως ότι η ισχύουσα νομοθεσία παρέλκει· πιστεύει ότι, στο πλαίσιο αυτό, πρέπει επίσης να διενεργείται ενδελεχής εκτίμηση επιπτώσεων για κάθε ενδεχόμενη κατάργηση, ώστε να αποφεύγονται απρόβλεπτες συνέπειες και ανεπιθύμητες επιπτώσεις· ζητεί η προσέγγιση αυτή να βασίζεται σε διαφανή και τεκμηριωμένη μεθοδολογία·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>25.</NO.P>τονίζει ότι η Επιτροπή πρέπει να ενημερώνει συστηματικά και να διαβουλεύεται με το Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο και, κατά περίπτωση, με τα εθνικά κοινοβούλια καθ’ όλη τη διάρκεια του νομοθετικού κύκλου, προκειμένου να διασφαλίζεται η δημοκρατική λογοδοσία, η θεσμική ισορροπία και η διαφάνεια στη χάραξη πολιτικής της ΕΕ·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>26.</NO.P>αναγνωρίζει ότι οι υφιστάμενοι μηχανισμοί, που αποσκοπούν στον έλεγχο του νομοθετικού φόρτου, όπως η προσέγγιση «για κάθε θέσπιση, μία κατάργηση», δυσκολεύονται να λειτουργήσουν αποτελεσματικά λόγω της έλλειψης κατάλληλων εκ των υστέρων αξιολογήσεων του πραγματικού κόστους της νομοθεσίας· σημειώνει, ειδικά όσον αφορά την προσέγγιση «για κάθε θέσπιση, μία κατάργηση», ότι αυτή περιορίζεται σε βασικές νομοθετικές πράξεις· υπογραμμίζει ότι η εφαρμογή αυτής της προσέγγισης δεν θα πρέπει να επηρεάζει τις πολιτικές απαιτήσεις ή τους στόχους της βελτίωσης της νομοθεσίας ούτε και να οδηγεί σε μηχανικές ή μαθηματικές αποφάσεις για την κατάργηση της νομοθεσίας· θεωρεί επίσης ότι η έλλειψη αποδοτικών μηχανισμών για την άρση παρωχημένων ή περιττών μέτρων συνιστά σοβαρή αδυναμία· τονίζει την ανάγκη να δοθεί έμφαση στη βελτίωση της νομοθεσίας της ΕΕ, ώστε να διασφαλιστεί ότι παραμένει κατάλληλη για τον επιδιωκόμενο σκοπό·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>27.</NO.P>σημειώνει τους στόχους της Επιτροπής για μείωση του φόρτου ως ένα βήμα προς μια εξυπνότερη ρύθμιση· υπενθυμίζει ότι η συστηματική και τεκμηριωμένη αξιολόγηση της νομοθεσίας, όπως προβλέπεται στην εργαλειοθήκη για τη βελτίωση της νομοθεσίας, πρέπει να παραμείνει ο ακρογωνιαίος λίθος αυτής της διαδικασίας·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>28.</NO.P>υπενθυμίζει ότι οι κατ’ εξουσιοδότηση πράξεις απλώς συμπληρώνουν ή τροποποιούν ορισμένα μη ουσιώδη στοιχεία μιας βασικής πράξης, ενώ οι εκτελεστικές πράξεις διασφαλίζουν ενιαίους όρους εφαρμογής και, επομένως, θα πρέπει και οι δύο να χρησιμοποιούνται αντιστοίχως και αναλογικά, καθώς και να περιορίζονται στις τεχνικές πτυχές που είναι αναγκαίες για την εφαρμογή των βασικών πράξεων, αποφεύγοντας παράλληλα τις επαναλήψεις, τις επικαλύψεις ή τις αντιφάσεις που δημιουργούν περιττή πολυπλοκότητα· τονίζει ότι είναι σημαντικό οι κατ’ εξουσιοδότηση και οι εκτελεστικές πράξεις να υπόκεινται σε διαφανείς διαδικασίες, με σαφή χρονοδιαγράμματα που παρέχουν επαρκή χρόνο για ουσιαστικό και αποτελεσματικό έλεγχο από τους συννομοθέτες· ζητεί να δημοσιεύονται εγκαίρως οι κατ’ εξουσιοδότηση και οι εκτελεστικές πράξεις, ώστε να μπορούν οι συμφεροντούχοι να προετοιμαστούν για τη συμμόρφωση· επιμένει ότι, όπου είναι δυνατόν, οι κατ’ εξουσιοδότηση και οι εκτελεστικές πράξεις πρέπει να διατίθενται ταυτόχρονα με την έναρξη ισχύος της βασικής πράξης, προκειμένου να διασφαλίζεται η ασφάλεια δικαίου και η εκτελεστότητα· καλεί την Επιτροπή να λάβει επίσης υπόψη το κόστος και τα οφέλη, καθώς και την ορθή υλοποίηση και εφαρμογή των κατ’ εξουσιοδότηση και εκτελεστικών πράξεων στη συνολική αξιολόγηση του κανονιστικού φόρτου·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>29.</NO.P>καλεί την Επιτροπή να εντείνει περαιτέρω τις προσπάθειες για τη μείωση των κανονιστικών υποχρεώσεων για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις και να βελτιώσει την ποιότητα και την αποτελεσματικότητα της νομοθεσίας της ΕΕ, διασφαλίζοντας ότι τα ρυθμιστικά μέτρα είναι αναλογικά και τεκμηριωμένα και παρέχουν σαφή προστιθέμενη αξία για τους πολίτες και τις επιχειρήσεις της ΕΕ· θεωρεί ότι την τρέχουσα προσέγγιση «για κάθε θέσπιση, μία κατάργηση», εν προκειμένω, ανεπαρκή· ζητεί, επομένως, τη θέσπιση μιας πιο φιλόδοξης γενικής προσέγγισης, μεταξύ άλλων σε περιπτώσεις όπου διάφορα νομοθετικά μέσα μπορούν να αντικατασταθούν, να καταργηθούν ή να αποσυρθούν ταυτόχρονα, π.χ. για την αποφυγή του κατακερματισμού, των επαναλήψεων, των επικαλύψεων ή των πλεονασμών και για τη μείωση του κόστους· σημειώνει ότι η προσέγγιση αυτή θα πρέπει να περιλαμβάνει σαφή μεθοδολογία και ανεξάρτητο και διαφανή μηχανισμό παρακολούθησης για την επίτευξη καθαρής μείωσης του κανονιστικού κόστους, λαμβάνοντας παράλληλα υπόψη το κόστος της μη θέσπισης νομοθεσίας εκεί όπου αναμένεται ενωσιακή προστιθέμενη αξία· τονίζει ότι θα πρέπει να δοθεί έμφαση στη μείωση του περιττού διοικητικού φόρτου, με παράλληλη επίτευξη των στόχων πολιτικής της ΕΕ, μεταξύ άλλων για την κοινωνική και περιβαλλοντική προστασία και την προστασία των καταναλωτών· ζητεί, επιπλέον, το Κοινοβούλιο να διαδραματίσει ισχυρότερο ρόλο στην εκ των υστέρων αξιολόγηση της νομοθεσίας της ΕΕ και στην παρακολούθηση της εφαρμογής της προαναφερθείσας προσέγγισης απλούστευσης·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>30.</NO.P>σημειώνει τη συμμετοχή της επιτροπής ρυθμιστικού ελέγχου σε εκτιμήσεις επιπτώσεων, ελέγχους καταλληλότητας και σημαντικές αξιολογήσεις της ισχύουσας νομοθεσίας· καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει τρόπους βελτίωσης της ανεξαρτησίας, της ικανότητας, της εντολής και των διαδικασιών της επιτροπής ρυθμιστικού ελέγχου, μεταξύ άλλων διασφαλίζοντας ότι της παρέχονται επαρκείς πόροι για την επανεξέταση μεγαλύτερου ποσοστού των νομοθετικών πρωτοβουλιών της Επιτροπής· ζητεί να βελτιωθεί η διαφάνεια της επιτροπής ρυθμιστικού ελέγχου, ιδίως με την ταχύτερη δημοσίευση των γνωμοδοτήσεών της και με την παροχή μεγαλύτερης σαφήνειας όσον αφορά τη συνέχεια που δίνεται στις συστάσεις της· υπογραμμίζει ότι το έργο της επιτροπής ρυθμιστικού ελέγχου δεν θα πρέπει να καθυστερεί αδικαιολόγητα την έγκριση νομοθετικών προτάσεων·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>31.</NO.P>είναι της άποψης ότι, σε περιπτώσεις όπου η επιτροπή ρυθμιστικού ελέγχου εκδίδει αρνητική γνώμη σχετικά με εκτίμηση επιπτώσεων, το Κοινοβούλιο θα πρέπει να ενημερώνεται δεόντως και εγκαίρως ώστε να μπορεί να αποφασίσει αν θα προχωρήσει στην εξέταση της πρότασης ή αν θα την απορρίψει·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>32.</NO.P>σημειώνει ότι η ετήσια έρευνα της Επιτροπής για τον φόρτο διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στην παρακολούθηση της προόδου όσον αφορά τη μείωση του φόρτου· τονίζει, ωστόσο, ότι απαιτείται μεγαλύτερη διαφάνεια όσον αφορά τους υπολογισμούς και τη μεθοδολογία που χρησιμοποιούνται για τη μέτρηση του κόστους και των σωρευτικών επιπτώσεων, προκειμένου να διασφαλιστεί η λογοδοσία και η συγκρισιμότητα σε όλους τους τομείς πολιτικής·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>33.</NO.P>επικροτεί την ιδέα που προτείνεται στην έκθεση Draghi για την ανάπτυξη ενιαίας, σαφούς μεθοδολογίας για την ποσοτικοποίηση του κόστους της νέας νομοθεσίας και θεωρεί ότι η Επιτροπή θα πρέπει να αναπτύξει μια τέτοια μεθοδολογία·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>34.</NO.P>σημειώνει ότι οι υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων συχνά συνεπάγονται σημαντικό διοικητικό κόστος για τις εταιρείες, ιδίως τις ΜΜΕ· πιστεύει ότι οι υποχρεώσεις αυτές θα πρέπει να εξορθολογιστούν και ότι θα πρέπει να παρασχεθεί μεγαλύτερη στήριξη για την ψηφιοποίηση της υποβολής εκθέσεων· αναγνωρίζει, ωστόσο, τη σημασία της αποτελεσματικής υποβολής εκθέσεων για την παρακολούθηση των θεμιτών στόχων δημόσιας πολιτικής και την επιβολή της νομοθεσίας και, επομένως, για την εξυπηρέτηση του γενικού συμφέροντος· καλεί, επομένως, την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αξιολογήσουν πιθανά μέτρα που θα επιτρέψουν στις εταιρείες να ελαχιστοποιήσουν το σχετιζόμενο με την υποβολή εκθέσεων κόστος κατά την εφαρμογή της ενωσιακής νομοθεσίας, καθώς να αξιολογήσουν την πιθανότητα θέσπισης μηχανισμών αποζημίωσης για τις εταιρείες που έχουν εκτελέσει δεόντως τα καθήκοντα υποβολής εκθέσεων σε μια έκθεση·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>35.</NO.P>καλεί την Επιτροπή να ενσωματώνει συστηματικά δεδομένα από τη βάση προς την κορυφή σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται, κατανοούν και ασκούν τα δικαιώματά τους στην πράξη, συμπεριλαμβανομένης της εμπειρίας τους από τους μηχανισμούς επιβολής και έννομης προστασίας· ζητεί τα δεδομένα αυτά να αποτυπώνονται καλύτερα στις κατευθυντήριες γραμμές και την εργαλειοθήκη για τη βελτίωση της νομοθεσίας· καλεί την Επιτροπή και τους συννομοθέτες να αυξήσουν την πρακτική εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ σε κάθε στάδιο του κύκλου πολιτικής, μεταξύ άλλων με την πραγματική συμμετοχή των πολιτών και των επιχειρήσεων στον σχεδιασμό πολιτικής, τη διασφάλιση της κατάρτισης με επίκεντρο τον χρήστη, της δοκιμής των σχεδίων πράξεων από τους χρήστες και της μετανομοθετικής διαβούλευσης·</P></ACTION></ACTLST><ACTLST><ACTINIT><STRING BOLD="on"><STRING ITALIC="on">Καταλληλότητα του κανονιστικού πλαισίου και βελτίωση του νομοθετικού έργου για την ανταγωνιστικότητα</STRING></STRING></ACTINIT><ACTION><P><NO.P>36.</NO.P>ζητεί να χρησιμοποιούνται συχνότερα διαδικασίες όπως οι αξιολογήσεις και το πρόγραμμα βελτίωσης της καταλληλότητας και της αποδοτικότητας του κανονιστικού πλαισίου (REFIT), που αποσκοπούν στην απλούστευση της νομοθεσίας· θεωρεί επίσης ότι οι διάφορες νομοθετικές τεχνικές που θα μπορούσαν να βοηθήσουν με παρωχημένα ή περιττά μέτρα, δεν χρησιμοποιούνται επαρκώς ή, όταν χρησιμοποιούνται, χρησιμοποιούνται ανεπαρκώς·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>37.</NO.P>υπενθυμίζει ότι η έκθεση Draghi επεσήμανε την απλούστευση των κανόνων ως έναν από τους τρεις πρωταρχικούς στόχους για μια ανανεωμένη ευρωπαϊκή εταιρική σχέση<FOOTNOTE><FIELD> Draghi M., «The future of European competitiveness – a competitiveness strategy for Europe» (Το μέλλον της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας – μια στρατηγική ανταγωνιστικότητας για την Ευρώπη), Ευρωπαϊκή Επιτροπή, 9 Σεπτεμβρίου 2024, μέρος Α, σ. 67.</FIELD></FOOTNOTE>· επισημαίνει ότι η απλούστευση απαιτεί επίσης την εστίαση σε έξυπνες στρατηγικές εφαρμογής, την υιοθέτηση μιας ρεαλιστικής, νομικά ορθής και αποτελεσματικής προσέγγισης για την ελάφρυνση του διοικητικού φόρτου, ιδίως για τις εταιρείες και τις ΜΜΕ, και την απλούστευση, στο μέτρο του δυνατού, της εφαρμογής των συμφωνηθέντων κανόνων· υπενθυμίζει, επιπλέον, ότι και η έκθεση Letta τονίζει ότι οι κανονισμοί θα πρέπει να διευκολύνουν, και όχι να παρεμποδίζουν, την οικονομική δραστηριότητα και την καινοτομία εντός της ενιαίας αγοράς<FOOTNOTE><FIELD> Letta E., «Much more than a Market» (Πολύ περισσότερο από μια απλή αγορά), Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, Απρίλιος 2024, σ. 130.</FIELD></FOOTNOTE>·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>38.</NO.P>εκφράζει την ικανοποίησή του για την εισαγωγή, το 2023, του νέου ελέγχου των ΜΜΕ και της ανταγωνιστικότητας, ο οποίος έχει καταστεί υποχρεωτικό παράρτημα των εκτιμήσεων επιπτώσεων· εκφράζει την ικανοποίησή του για τη δέσμευση της Προέδρου της Επιτροπής Ursula von der Leyen ότι αυτός ο νέος έλεγχος των ΜΜΕ και της ανταγωνιστικότητας θα συμβάλει στην πρόληψη κανονιστικών επιβαρύνσεων, διατηρώντας παράλληλα υψηλά πρότυπα· σημειώνει ότι τα λόγια πρέπει πλέον να υποστηρίζονται από δράσεις, εστιάζοντας στη στήριξη των ΜΜΕ και παρέχοντάς τους τα εργαλεία για την επίτευξη των στόχων της ΕΕ και την εφαρμογή της νομοθεσίας της ΕΕ·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>39.</NO.P>ζητεί να καταστεί συνήθης πρακτική ο πλήρης έλεγχος της ανταγωνιστικότητας, συμπεριλαμβανομένης της αξιολόγησης του σωρευτικού αντικτύπου σημαντικών δεσμών νομοθετικών μέτρων και όχι της αξιολόγησης μεμονωμένων πράξεων· επιβεβαιώνει ότι, προκειμένου να ενισχυθεί η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα και κυριαρχία, πρέπει να αποτραπούν οι εξωτερικές πιέσεις που αποσκοπούν στην αποδυνάμωση του νομικού πλαισίου της ΕΕ·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>40.</NO.P>επαναλαμβάνει τη σημασία της αρχής «προτεραιότητα στις μικρές επιχειρήσεις» ως ακρογωνιαίου λίθου για τη βελτίωση της νομοθεσίας, καθώς διασφαλίζει ότι οι ανάγκες και οι ικανότητες των ΜΜΕ λαμβάνονται συστηματικά υπόψη σε κάθε στάδιο του κύκλου πολιτικής, από τον σχεδιασμό έως την υλοποίηση και την αξιολόγηση· τονίζει τη σημασία του εντοπισμού αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των κανονιστικών διατάξεων, της συμπεριφοράς των επιχειρήσεων και των οφελών για τους χρήστες, καθώς και της αξιολόγησης πιθανών ακούσιων συνεπειών και δυσανάλογων επιβαρύνσεων συμμόρφωσης για τις ΜΜΕ·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>41.</NO.P>επικροτεί και ενθαρρύνει την ευρύτερη χρήση ρυθμιστικών δοκιμαστηρίων σε μελλοντοστρεφείς τομείς για τη στήριξη της καινοτομίας, τη μείωση του κόστους συμμόρφωσης και την παροχή ασφάλειας δικαίου για τις ΜΜΕ·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>42.</NO.P>αναγνωρίζει τη δέσμευση της Επιτροπής να μειώσει τις υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων κατά 25 %, αλλά τονίζει ότι ο στόχος αυτός δεν πρέπει να υπονομεύει τη διαφάνεια και τον έλεγχο στο πλαίσιο επίτευξης των πολιτικών στόχων της ΕΕ· σημειώνει, περαιτέρω, τη συμπερίληψη της μείωσης κατά 35 % του διοικητικού κόστους και της υποβολής εκθέσεων για τις ΜΜΕ· υπενθυμίζει, επιπλέον, ότι οι υποχρεώσεις υποβολής εκθέσεων αποτελούν ένα μικρό μόνο μέρος του συνολικού κανονιστικού φόρτου, ο οποίος περιλαμβάνει επίσης το διοικητικό κόστος, το κόστος υλοποίησης και το κόστος συμμόρφωσης που απορρέει τόσο από την ενωσιακή όσο και από την εθνική νομοθεσία· σημειώνει ότι ο στόχος της μείωσης κατά 25 % που έχει θέσει η Επιτροπή θα πρέπει, ως εκ τούτου, να εξεταστεί ως τμήμα του ευρύτερου στόχου της μείωσης του κόστους και της πολυπλοκότητας στο σύνολό τους, συμπεριλαμβανομένης, κατά περίπτωση, της περαιτέρω προσέγγισης των εθνικών κανόνων· ζητεί, επομένως, μια πιο φιλόδοξη και καλύτερης ποιότητας προσέγγιση, με στόχο την ακόμη μεγαλύτερη μείωση όλων των κανονιστικών δαπανών, συμπεριλαμβανομένου ενός πιλοτικού έργου για την αξιολόγηση των επιπτώσεων της νομοθεσίας στην καινοτομία, για παράδειγμα με τον εντοπισμό φραγμών για τις νεοφυείς επιχειρήσεις και τις νέες τεχνολογίες στα αρχικά νομοθετικά στάδια·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>43.</NO.P>επικροτεί, επιπλέον, τον διορισμό Αντιπροέδρου της Επιτροπής, ο οποίος θα είναι ρητά αρμόδιος για την εφαρμογή και την απλούστευση· επικροτεί τη χρήση διαλόγων εφαρμογής και ενθαρρύνει τη διενέργεια τακτικών ελέγχων πραγματικότητας και προσομοιώσεων ακραίων καταστάσεων του κεκτημένου της Ένωσης για την αξιολόγηση των σωρευτικών επιπτώσεων στην ανταγωνιστικότητα, την καινοτομία και τις ΜΜΕ, καθώς και στην επίτευξη των στόχων πολιτικής της ΕΕ, και για τον εντοπισμό ευκαιριών για αποτελεσματική απλούστευση· υπογραμμίζει, στο πλαίσιο αυτό, τη σημασία των ολοκληρωμένων εκτιμήσεων επιπτώσεων, οι οποίες ενσωματώνουν συστηματικά ελέγχους καταλληλότητας, ελέγχους ανταγωνιστικότητας και τεστ ΜΜΕ·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>44.</NO.P>καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να ενσωματώνουν συστηματικά τα ζητήματα ανταγωνιστικότητας στις πρωτοβουλίες απλούστευσης, διασφαλίζοντας ότι οι διοικητικές διαδικασίες που επηρεάζουν τους πολίτες και τις επιχειρήσεις εξορθολογίζονται χωρίς να τίθενται σε κίνδυνο βασικές διασφαλίσεις· τονίζει ότι η μείωση της περιττής γραφειοκρατίας, η επέκταση των ψηφιακών λύσεων και η βελτίωση της αμοιβαίας αναγνώρισης μπορούν να μειώσουν το κόστος συμμόρφωσης, να διευκολύνουν την κινητικότητα και να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα και την ελκυστικότητα της ενιαίας αγοράς·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>45.</NO.P>θεωρεί ότι η απλούστευση ενόψει της ανταγωνιστικότητας και της περαιτέρω ολοκλήρωσης της ενιαίας αγοράς απαιτεί μια συνολική προσέγγιση της σχετικής ενωσιακής και εθνικής νομοθεσίας· επισημαίνει ότι οι αποκλίσεις μεταξύ των εθνικών κανόνων στα διάφορα κράτη μέλη μπορούν επίσης να οδηγήσουν σε ανασφάλεια δικαίου και πρόσθετο διοικητικό κόστος· καλεί, στο πλαίσιο αυτό, την Επιτροπή να παράσχει χαρτογράφηση του συνόλου της ισχύουσας χρηματοπιστωτικής και μη χρηματοπιστωτικής νομοθεσίας και των διοικητικών υποχρεώσεων για τις εταιρείες βάσει του δικαίου της ΕΕ, καθώς και των υποχρεώσεων βάσει των εθνικών κανόνων εταιρικού δικαίου· ζητεί η χαρτογράφηση αυτή να αποτελέσει τη βάση μιας ολοκληρωμένης αξιολόγησης, μεταξύ άλλων όσον αφορά το κόστος και τα οφέλη, τα ποικίλα δημόσια συμφέροντα που εξυπηρετεί η νομοθεσία, τις αλληλεπικαλύψεις μεταξύ των νομοθεσιών, καθώς και τις ευκαιρίες εναρμόνισης και προσέγγισης· καλεί την Επιτροπή να χρησιμοποιήσει την εν λόγω αξιολόγηση για να υποβάλει, εάν είναι αναγκαίο και με την αποτελεσματική συμμετοχή όλων των σχετικών φορέων και ενδιαφερόμενων μερών, και βάσει κατάλληλης εκτίμησης επιπτώσεων, προτάσεις για την επικαιροποίηση παρωχημένων διατάξεων και την αντιμετώπιση των αδικαιολόγητων φραγμών μέσω αναλογικών μέτρων με σκοπό την επίτευξη ανοδικής σύγκλισης·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>46.</NO.P>τονίζει ότι η χρήση ψηφιακών εργαλείων και λύσεων που βασίζονται στην ΤΝ έχει μεγάλες δυνατότητες να συμβάλει στην απλούστευση της συμμόρφωσης, στη μείωση του κανονιστικού κόστους και στη βελτίωση της προσβασιμότητας των πληροφοριών· θεωρεί ότι πρέπει να διερευνηθούν περαιτέρω οι δυνατότητες που μπορούν να προσφέρουν τα ψηφιακά εργαλεία για την παροχή καλύτερων και ταχύτερων λύσεων στο πλαίσιο αυτό και ότι πρέπει να εφαρμοστεί η πρόσφατα εγκριθείσα νομοθεσία· υπογραμμίζει ότι αυτό απαιτεί την ανάπτυξη ικανοτήτων και μέτρα στήριξης για τον εφοδιασμό των εταιρειών όλων των μεγεθών, των διοικήσεων και των πολιτών με τις απαραίτητες ψηφιακές υποδομές και δεξιότητες·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>47.</NO.P>καλεί την Επιτροπή να δοκιμάσει και να εξετάσει το ενδεχόμενο ανάπτυξης νέων εργαλείων ΤΝ, συμπεριλαμβανομένων μεγάλων γλωσσικών μοντέλων που συμπληρώνονται από παραγωγή κειμένου με ενίσχυση ανάκτησης, προκειμένου να βελτιωθεί η αποτελεσματικότητα και η ακρίβεια της παρακολούθησης της εφαρμογής του δικαίου της ΕΕ, ώστε να καταστεί δυνατός ο ταχύτερος εντοπισμός της μη συμμόρφωσης, η ταχύτερη ανταπόκριση σε αναφορές και οι προορατικές λύσεις σε αναδυόμενα ζητήματα·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>48.</NO.P>παροτρύνει τα κράτη μέλη να μην προσθέτουν περιττό πρόσθετο διοικητικό φόρτο ή φόρτο συμμόρφωσης κατά τη μεταφορά της νομοθεσίας της ΕΕ (κανονιστικός υπερθεματισμός) και καλεί την Επιτροπή να εντοπίζει και να δημοσιεύει περιπτώσεις τέτοιων πρακτικών στις ετήσιες εκθέσεις της για την εφαρμογή· τονίζει την ανάγκη για συνεπή και αποτελεσματική μεταφορά των οδηγιών στο εθνικό δίκαιο από τα κράτη μέλη, ώστε να διασφαλιστούν η ασφάλεια δικαίου και ισότιμοι όροι ανταγωνισμού· παροτρύνει τα κράτη μέλη να απέχουν από την καθυστερημένη, ελλιπή ή ανακριβή μεταφορά των οδηγιών και τα ενθαρρύνει να συνεργάζονται και να συμμετέχουν στην ανταλλαγή ορθών πρακτικών, ώστε η εφαρμογή των οδηγιών να είναι αναλογική και αποτελεσματική·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>49.</NO.P>καλεί την Επιτροπή και τα κράτη μέλη να αντιμετωπίσουν τον κανονιστικό κατακερματισμό που επηρεάζει τις ΜΜΕ στην ενιαία αγορά, συμπεριλαμβανομένων των περιττών εθνικών διατυπώσεων, και να δώσουν προτεραιότητα στα πλαίσια αμοιβαίας αναγνώρισης και διαλειτουργικότητας·</P></ACTION><SEPARATION><P>°</P><P>°	°</P></SEPARATION><ACTION><P><NO.P>50.</NO.P>αναθέτει στην Πρόεδρό του να διαβιβάσει το παρόν ψήφισμα στο Συμβούλιο και στην Επιτροπή.</P></ACTION></ACTLST></DISPOSITIF></TEXT></RESOL></TXTLST></SDOCTA>