<?xml version="1.0" encoding="UTF-8" standalone="no"?><SDOCTA xmlns:xsi="http://www.w3.org/2001/XMLSchema-instance" STATUS="DEF1" xsi:noNamespaceSchemaLocation="TA.xsd"><IDENT><STRING BOLD="on">P10_TA(2026)0135</STRING></IDENT><TI><STRING BOLD="on">Απαλλαγή 2024: Ευρωπαϊκή Εισαγγελία</STRING></TI><HIDDEN><STRING HIDDEN="on" ITALIC="on">(A10-0050/2026 - Εισηγητής: Pasquale Tridico)</STRING></HIDDEN><TXTLST><DECISION><TI><NR>1.</NR> <STRING BOLD="on">Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 29ης Απριλίου 2026 σχετικά με την απαλλαγή όσον αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για το οικονομικό έτος 2024 (2025/2155(DEC))</STRING></TI><TEXT><PREAMBLE><PRINIT><STRING ITALIC="on">Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,</STRING></PRINIT><GRVISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη τους οριστικούς ετήσιους λογαριασμούς της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για το οικονομικό έτος 2024,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη την ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τους οργανισμούς της ΕΕ για το οικονομικό έτος 2024, που συνοδεύεται από τις απαντήσεις των οργανισμών<FOOTNOTE><FIELD> ΕΕ C, C/2025/5734, 30.10.2025, ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2025/5734/oj.</FIELD></FOOTNOTE>,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη τη δήλωση διασφάλισης<FOOTNOTE><FIELD> ΕΕ C, C/2025/5407, 13.10.2025, ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2025/5407/oj.</FIELD></FOOTNOTE> σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών και τη νομιμότητα και κανονικότητα των πράξεων στις οποίες βασίζονται οι λογαριασμοί, την οποία ενεχείρισε το Ελεγκτικό Συνέδριο για το οικονομικό έτος 2024, σύμφωνα με το άρθρο 287 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη τη σύσταση του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 2026, σχετικά με τη χορήγηση απαλλαγής στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όσον αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2024 (05749/2026 – C10‑0047/2026),</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη το άρθρο 319 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012<FOOTNOTE><FIELD> ΕΕ L 193 της 30.7.2018, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2018/1046/oj.</FIELD></FOOTNOTE>, και ιδίως το άρθρο 70,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 2024/2509 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2024, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης<FOOTNOTE><FIELD> ΕΕ L, 2024/2509, 26.9.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/2509/oj.</FIELD></FOOTNOTE>, και ιδίως το άρθρο 70,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας<FOOTNOTE><FIELD> ΕΕ L 283 της 31.10.2017, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2017/1939/oj.</FIELD></FOOTNOTE>, και ιδίως το άρθρο 94,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕE) 2019/715 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2018, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού-πλαισίου για τους οργανισμούς που δημιουργούνται δυνάμει της ΣΛΕΕ και της Συνθήκης Ευρατόμ και αναφέρονται στο άρθρο 70 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου<FOOTNOTE><FIELD> ΕΕ L 122 της 10.5.2019, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_del/2019/715/oj.</FIELD></FOOTNOTE>, και ιδίως το άρθρο 105,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη το άρθρο 102 και το παράρτημα V του Κανονισμού του,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού (A10-0050/2026),</P></VISA></GRVISA></PREAMBLE><DISPOSITIF> <ACTLST><ACTION><P><NO.P>1.</NO.P>χορηγεί απαλλαγή στη διοικητική διευθύντρια της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας όσον αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για το οικονομικό έτος 2024·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>2.</NO.P>εκθέτει τις παρατηρήσεις του στο ψήφισμα που ακολουθεί·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>3.</NO.P>αναθέτει στην Πρόεδρό του να διαβιβάσει την παρούσα απόφαση, καθώς και το ψήφισμα που αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της, στη διοικητική διευθύντρια της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στο Ελεγκτικό Συνέδριο, και να μεριμνήσει για τη δημοσίευσή τους στην <STRING ITALIC="on">Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης</STRING> (σειρά L).</P></ACTION></ACTLST></DISPOSITIF></TEXT></DECISION></TXTLST><TXTLST><DECISION><TI><NR>2.</NR> <STRING BOLD="on">Απόφαση του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 29ης Απριλίου 2026 σχετικά με το κλείσιμο των λογαριασμών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για το οικονομικό έτος 2024 (2025/2155(DEC))</STRING></TI><TEXT><PREAMBLE><PRINIT><STRING ITALIC="on">Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,</STRING></PRINIT><GRVISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη τους οριστικούς ετήσιους λογαριασμούς της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για το οικονομικό έτος 2024,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη την ετήσια έκθεση του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με τους οργανισμούς της ΕΕ για το οικονομικό έτος 2024, που συνοδεύεται από τις απαντήσεις των οργανισμών<FOOTNOTE><FIELD> ΕΕ C, C/2025/5734, 30.10.2025, ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2025/5734/oj.</FIELD></FOOTNOTE>,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη τη δήλωση διασφάλισης<FOOTNOTE><FIELD> ΕΕ C, C/2025/5407, 13.10.2025, ELI: http://data.europa.eu/eli/C/2025/5407/oj.</FIELD></FOOTNOTE> σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών και τη νομιμότητα και κανονικότητα των πράξεων στις οποίες βασίζονται οι λογαριασμοί, την οποία ενεχείρισε το Ελεγκτικό Συνέδριο για το οικονομικό έτος 2024, σύμφωνα με το άρθρο 287 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη τη σύσταση του Συμβουλίου, της 2ας Μαρτίου 2026, σχετικά με τη χορήγηση απαλλαγής στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όσον αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2024 (05749/2026 – C10‑0047/2026),</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη το άρθρο 319 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 18ης Ιουλίου 2018, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης, την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΕ) αριθ. 1296/2013, (ΕΕ) αριθ. 1301/2013, (ΕΕ) αριθ. 1303/2013, (ΕΕ) αριθ. 1304/2013, (ΕΕ) αριθ. 1309/2013, (ΕΕ) αριθ. 1316/2013, (ΕΕ) αριθ. 223/2014, (ΕΕ) αριθ. 283/2014 και της απόφασης αριθ. 541/2014/ΕΕ και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) αριθ. 966/2012<FOOTNOTE><FIELD> ΕΕ L 193 της 30.7.2018, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2018/1046/oj.</FIELD></FOOTNOTE>, και ιδίως το άρθρο 70,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ, Ευρατόμ) 2024/2509 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Σεπτεμβρίου 2024, σχετικά με τους δημοσιονομικούς κανόνες που εφαρμόζονται στον γενικό προϋπολογισμό της Ένωσης<FOOTNOTE><FIELD> ΕΕ L, 2024/2509, 26.9.2024, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2024/2509/oj.</FIELD></FOOTNOTE>, και ιδίως το άρθρο 70,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη τον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας<FOOTNOTE><FIELD> ΕΕ L 283 της 31.10.2017, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2017/1939/oj.</FIELD></FOOTNOTE>, και ιδίως το άρθρο 94,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη τον κατ’ εξουσιοδότηση κανονισμό (ΕE) 2019/715 της Επιτροπής, της 18ης Δεκεμβρίου 2018, για τη θέσπιση του δημοσιονομικού κανονισμού-πλαισίου για τους οργανισμούς που δημιουργούνται δυνάμει της ΣΛΕΕ και της Συνθήκης Ευρατόμ και αναφέρονται στο άρθρο 70 του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2018/1046 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου<FOOTNOTE><FIELD> ΕΕ L 122 της 10.5.2019, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg_del/2019/715/oj.</FIELD></FOOTNOTE>, και ιδίως το άρθρο 105,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη το άρθρο 102 και το παράρτημα V του Κανονισμού του,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού (A10-0050/2026),</P></VISA></GRVISA></PREAMBLE><DISPOSITIF> <ACTLST><ACTION><P><NO.P>1.</NO.P>εγκρίνει το κλείσιμο των λογαριασμών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για το οικονομικό έτος 2024·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>2.</NO.P>αναθέτει στην Πρόεδρό του να διαβιβάσει την παρούσα απόφαση στη διοικητική διευθύντρια της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, στο Συμβούλιο, στην Επιτροπή και στο Ελεγκτικό Συνέδριο, και να μεριμνήσει για τη δημοσίευσή της στην <STRING ITALIC="on">Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης</STRING> (σειρά L).</P></ACTION></ACTLST></DISPOSITIF></TEXT></DECISION></TXTLST><TXTLST><RESOL><TI><NR>3.</NR> <STRING BOLD="on">Ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου της 29ης Απριλίου 2026 με τις παρατηρήσεις που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της απόφασης σχετικά με την απαλλαγή όσον αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για το οικονομικό έτος 2024 (2025/2155(DEC))</STRING></TI><TEXT><PREAMBLE><PRINIT><STRING ITALIC="on">Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο,</STRING></PRINIT><GRVISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη την απόφασή του σχετικά με την απαλλαγή όσον αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για το οικονομικό έτος 2024,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη το άρθρο 102 και το παράρτημα V του Κανονισμού του,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη τη γνωμοδότηση της Επιτροπής Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων,</P></VISA><VISA><P><NO.P>–</NO.P>έχοντας υπόψη την έκθεση της Επιτροπής Ελέγχου του Προϋπολογισμού (A10-0050/2026),</P></VISA></GRVISA><GRCONS><CONS><P><NO.P>Α.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι η ανεξάρτητη εισαγγελική αρχή της Ένωσης, αρμόδια για τη διερεύνηση και τη δίωξη εγκλημάτων εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και για την παραπομπή ενώπιον της δικαιοσύνης των δραστών ποινικών αδικημάτων και των συνεργών τους, όπως προβλέπεται στην οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου<FOOTNOTE><FIELD> Οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 5ης Ιουλίου 2017, σχετικά με την καταπολέμηση, μέσω του ποινικού δικαίου, της απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης (ΕΕ L 198 της 28.7.2017, σ. 29, ELI: http://data.europa.eu/eli/dir/2017/1371/oj).</FIELD></FOOTNOTE> (έγκλημα που σχετίζεται με ΠΟΣ) και όπως αναφέρεται στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου<FOOTNOTE><FIELD> Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 του Συμβουλίου, της 12ης Οκτωβρίου 2017, σχετικά με την εφαρμογή ενισχυμένης συνεργασίας για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (ΕΕ L 283 της 31.10.2017, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2017/1939/oj).</FIELD></FOOTNOTE>·</P></CONS><CONS><P><NO.P>Β.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι η αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας περιλαμβάνει διάφορα είδη απάτης, μεταξύ άλλων τη διασυνοριακή απάτη στον τομέα του ΦΠΑ με ζημίες άνω των 10 εκατομμυρίων EUR, τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, τη διαφθορά και άλλα αδικήματα για τα οποία η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ασκεί εισαγγελικά καθήκοντα στα αρμόδια δικαστήρια των συμμετεχόντων κρατών μελών, έως την ολοκλήρωση της διαδικασίας·</P></CONS><CONS><P><NO.P>Γ.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι μία από τις συνιστώσες της αρχιτεκτονικής της Ένωσης για την καταπολέμηση της απάτης και, ως εκ τούτου, οι δράσεις της είναι συντονισμένες και συμπληρωματικές με εκείνες των άλλων συνιστωσών της αρχιτεκτονικής, ώστε να επιτευχθεί εξορθολογισμένος και αποτελεσματικός συντονισμός που ενισχύει τη συνολική αποτελεσματικότητα της αρχιτεκτονικής·</P></CONS><CONS><P><NO.P>Δ.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι ενσωματωμένη στα εθνικά δικαστικά συστήματα των συμμετεχόντων κρατών μελών και είναι κατά προτεραιότητα αρμόδια για τη διερεύνηση και τη δίωξη των εγκλημάτων που πλήττουν τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ, ενώ άλλοι οργανισμοί, όπως ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Ποινικής Δικαιοσύνης (Eurojust), η Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) και ο Οργανισμός της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη Συνεργασία στον Τομέα της Επιβολής του Νόμου (Ευρωπόλ), δεν διαθέτουν τις αναγκαίες αρμοδιότητες για τη διενέργεια των σχετικών ποινικών ερευνών και διώξεων·</P></CONS><CONS><P><NO.P>Ε.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι οι διαδικαστικές πράξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο από τα εθνικά δικαστήρια σύμφωνα με εθνικές νομοθετικές διατάξεις και ότι το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης («Δικαστήριο») —μέσω προδικαστικών αποφάσεων ή δικαστικών ελέγχων— διασφαλίζει τη συνεκτική εφαρμογή του ενωσιακού δικαίου, συγκεκριμένα την ομοιόμορφη ερμηνεία του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 και της οδηγίας (ΕΕ) 2017/1371·</P></CONS><CONS><P><NO.P>ΣΤ.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποτελείται από ένα κεντρικό επίπεδο, με έδρα το Λουξεμβούργο, το οποίο απαρτίζεται από τον Ευρωπαίο Γενικό Εισαγγελέα, 24 Ευρωπαίους Εισαγγελείς (έναν ανά συμμετέχον κράτος μέλος μετά τη συμμετοχή της Πολωνίας και της Σουηδίας στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, στις 20 Μαρτίου και τις 19 Ιουλίου 2024, αντίστοιχα), τον διοικητικό διευθυντή, καθώς και ένα αποκεντρωμένο, εθνικό επίπεδο που αποτελείται από τους Ευρωπαίους εντεταλμένους εισαγγελείς (ΕΕΕ) στα 24 συμμετέχοντα κράτη μέλη·</P></CONS><CONS><P><NO.P>Ζ.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι, σε κεντρικό επίπεδο, ο Ευρωπαίος Γενικός Εισαγγελέας και οι 24 Ευρωπαίοι Εισαγγελείς συγκροτούν το συλλογικό όργανο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας («συλλογικό όργανο») και κατανέμονται σε 15 μόνιμα τμήματα με καθήκον την εποπτεία των ερευνών και των διώξεων που διεξάγονται από τους ΕΕΕ σε εθνικό επίπεδο, οι οποίοι λειτουργούν με πλήρη ανεξαρτησία από τις εθνικές αρχές τους·</P></CONS><CONS><P><NO.P>Η.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 93 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, ο διοικητικός διευθυντής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, με την ιδιότητα του διατάκτη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, εκτελεί τον προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας με δική του ευθύνη και εντός των ορίων που προβλέπονται σε αυτόν και διαβιβάζει ετησίως στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή της Ένωσης όλες τις πληροφορίες σχετικά με τα πορίσματα οποιασδήποτε διαδικασίας αξιολόγησης·</P></CONS><CONS><P><NO.P>Θ.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το άρθρο 50 παράγραφος 2 των δημοσιονομικών κανόνων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ο υπόλογος της Επιτροπής ενεργεί επίσης ως υπόλογος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και είναι υπεύθυνος για την κατάρτιση των ετήσιων λογαριασμών, οι οποίοι ενοποιούνται με τους λογαριασμούς της Ένωσης·</P></CONS><CONS><P><NO.P>Ι.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι, σύμφωνα με το ισχύον πλαίσιο, οι οριστικοί ετήσιοι λογαριασμοί ελέγχονται από το Ελεγκτικό Συνέδριο, και το Συμβούλιο προτείνει και το Κοινοβούλιο αποφασίζει εάν θα χορηγήσει απαλλαγή στον διοικητικό διευθυντή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας όσον αφορά την εκτέλεση του προϋπολογισμού για ένα δεδομένο οικονομικό έτος·</P></CONS><CONS><P><NO.P>ΙΑ.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι ο έλεγχος της διαχείρισης των πόρων και των σχετικών δαπανών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν μπορεί να αγνοεί την εξέταση των επιχειρησιακών δραστηριοτήτων, μεταξύ άλλων τις μεθόδους εκτέλεσής τους, τις συνέπειες και τον αντίκτυπό τους, και αναμένεται να λαμβάνει υπόψη τις ιδιαιτερότητες των δράσεων δίωξης και έρευνας μέσω συνεχούς αξιολόγησης, ώστε να διασφαλίζεται ότι οι πόροι παραμένουν επαρκείς και δαπανώνται αποτελεσματικά για την εξασφάλιση επιχειρησιακής προόδου·</P></CONS><CONS><P><NO.P>ΙΒ.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία λειτουργεί αυτόνομα κατά την εκτέλεση του προϋπολογισμού της μόλις από τις 24 Ιουνίου 2021 και ξεκίνησε τις επιχειρησιακές της δραστηριότητες την 1η Ιουνίου 2021, η οποία είναι επίσης η dies a quo (ημέρα έναρξης) για την πενταετή θητεία που αναφέρεται στο άρθρο 119 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, οπότε και η Επιτροπή θα πρέπει να υποβάλει στο Κοινοβούλιο, στο Συμβούλιο και στα εθνικά κοινοβούλια έκθεση αξιολόγησης σχετικά με την εφαρμογή και τον αντίκτυπο του εν λόγω κανονισμού, καθώς και σχετικά με την αποτελεσματικότητα και την αποδοτικότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των πρακτικών εργασίας της, μαζί με τα συμπεράσματά του·</P></CONS><CONS><P><NO.P>ΙΓ.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι το άρθρο 119 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 προβλέπει ότι η Επιτροπή υποβάλλει νομοθετικές προτάσεις στο Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο, εάν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι είναι αναγκαίο να υπάρχουν πρόσθετοι ή λεπτομερέστεροι κανόνες σχετικά με τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τα καθήκοντά της ή τη διαδικασία που εφαρμόζεται στις δραστηριότητές της, συμπεριλαμβανομένων των διασυνοριακών ερευνών της·</P></CONS><CONS><P><NO.P>ΙΔ.</NO.P>λαμβάνοντας υπόψη ότι οποιαδήποτε πρόταση της Επιτροπής για αναθεώρηση του κανονιστικού πλαισίου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μπορεί να υποβληθεί μόνο αφού ληφθούν δεόντως υπόψη τα ψηφίσματα του Κοινοβουλίου που εγκρίθηκαν από την ημερομηνία έναρξης των επιχειρησιακών δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και λαμβανομένου υπόψη του ρόλου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην αρχιτεκτονική της Ένωσης για την καταπολέμηση της απάτης, η αναθεώρηση της οποίας δρομολογήθηκε από την Επιτροπή τον Σεπτέμβριο του 2025, μετά από σχετικές εκκλήσεις του Κοινοβουλίου·</P></CONS></GRCONS></PREAMBLE><DISPOSITIF> <ACTLST><ACTION><P><NO.P>1.</NO.P>εκφράζει την ικανοποίησή του για τη θετική γνώμη του Ελεγκτικού Συνεδρίου σχετικά με την αξιοπιστία των λογαριασμών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για το οικονομικό έτος που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2024 και σχετικά με τη νομιμότητα και κανονικότητα των σχετικών εσόδων και πληρωμών·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>2.</NO.P>αναγνωρίζει τη σημασία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας όσον αφορά την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και, ειδικότερα, του προϋπολογισμού της Ένωσης· υπενθυμίζει την ισχυρή στήριξη του Κοινοβουλίου για τη σύσταση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και εκφράζει την εκτίμησή του για το έργο που επιτελεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όσον αφορά τη διερεύνηση και τη δίωξη εγκλημάτων όπως η απάτη, η διαφθορά και η σοβαρή διασυνοριακή απάτη στον τομέα του ΦΠΑ· επαναλαμβάνει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στη διασφάλιση των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και υπογραμμίζει ότι αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του πλαισίου της Ένωσης για την καταπολέμηση της απάτης και του ευρύτερου συστήματος διακυβέρνησης που βασίζεται στην ακεραιότητα, τη λογοδοσία, τη διαφάνεια και τη χρηστή δημοσιονομική διαχείριση·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>3.</NO.P>τονίζει τον μοναδικό ρόλο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας όσον αφορά την επιβολή του ενωσιακού δικαίου ως εισαγγελική αρχή και επισημαίνει ότι, λόγω της φύσης της, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία υποχρεούται να διερευνά όλα τα θέματα που εμπίπτουν στην αρμοδιότητά της, όταν περιέρχονται σε γνώση της· υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, στα τέλη του 2024 η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είχε χειριστεί 6 547 αναφορές εγκλημάτων (56 % περισσότερες από ό,τι το 2023) και διατηρούσε 2 666 έρευνες σε εξέλιξη (περίπου 38 % περισσότερες από ό,τι το 2023) με εκτιμώμενες ζημίες ύψους 24,8 δισεκατομμυρίων EUR (19,27 δισεκατομμύρια EUR το 2023 και 14,1 δισεκατομμύρια EUR το 2022) και ότι οι δικαστές εξέδωσαν αποφάσεις δέσμευσης αξίας 2,42 δισεκατομμυρίων EUR (σε σύγκριση με 1,5 δισεκατομμύριο EUR το 2023)· τονίζει ότι τα διαρκώς αυξανόμενα αριθμητικά στοιχεία επιβεβαιώνουν ότι οι πόροι θα πρέπει να ευθυγραμμίζονται με τις επιχειρησιακές ανάγκες για την ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας· καλεί την Επιτροπή να διαθέσει άμεσα τους απαραίτητους πόρους ώστε να καταστεί δυνατή η εκπλήρωση των καθηκόντων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και να διασφαλιστεί η πρόοδος και η έγκαιρη ολοκλήρωση των ερευνών, συμπεριλαμβανομένης της έρευνας σχετικά με την απόκτηση του εμβολίου κατά της COVID-19 στην Ένωση, η οποία ξεκίνησε το 2022 και συνεχίζεται υπό καθεστώς εμπιστευτικότητας, χωρίς δημόσια αποκάλυψη λεπτομερειών, προκειμένου να προστατευθεί η ακεραιότητα της διαδικασίας· υπενθυμίζει ότι η διαφάνεια πρέπει να συνδυάζεται με το τεκμήριο αθωότητας και την ακεραιότητα των διαδικασιών και το σεβασμό ως προς τις εν εξελίξει δικαστικές διαδικασίες· ενθαρρύνει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να διατηρεί σαφή επικοινωνία με το κοινό, όπου αυτό επιτρέπεται από τον νόμο· τονίζει ότι οι ανθρώπινοι και οικονομικοί πόροι που διατίθενται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για υποθέσεις υψηλής πολυπλοκότητας με σημαντικό δημοσιονομικό αντίκτυπο και αντίκτυπο στη φήμη πρέπει να διασφαλίζουν την επιμελή πρόοδο της έρευνας και να παρέχουν υπεύθυνη ενημέρωση σχετικά με την κατάσταση και την ολοκλήρωσή τους, με πλήρη σεβασμό των νομικών περιορισμών·</P></ACTION></ACTLST><ACTLST><ACTINIT><STRING BOLD="on"><STRING ITALIC="on">Διαχείριση του προϋπολογισμού και χρηματοοικονομική διαχείριση</STRING></STRING></ACTINIT><ACTION><P><NO.P>4.</NO.P>σημειώνει ότι ο συνολικός οριστικός προϋπολογισμός που διατέθηκε στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για το 2024 ανήλθε σε 76 382 368 EUR, ποσό που συνιστά σημαντική αύξηση σε σχέση με τα 65,9 εκατομμύρια EUR που διατέθηκαν το 2023 και τα 51,2 εκατομμύρια EUR που διατέθηκαν το 2022·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>5.</NO.P>επισημαίνει ότι ο αρχικός προϋπολογισμός του 2024 (ύψους 71 888 321 EUR) που εγκρίθηκε από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή της Ένωσης ήταν κατά 24 % χαμηλότερος από εκείνον που ζήτησε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στις προβλέψεις εσόδων και δαπανών της για το 2024, παρότι υψηλότερος κατά 9 % σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος· παρατηρεί ότι, το 2024, εγκρίθηκαν δύο διορθωτικοί προϋπολογισμοί και ότι, κατόπιν αιτήματος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας τον Φεβρουάριο του 2024, ο προϋπολογισμός αυξήθηκε τον Ιούνιο του 2024 κατά 3 600 000 EUR, με χρηματοδοτικούς και ανθρώπινους πόρους για την κάλυψη των αυξημένων δαπανών που σχετίζονται με τη συμμετοχή της Πολωνίας και της Σουηδίας στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία· υπογραμμίζει το γεγονός ότι η αύξηση έπρεπε να καλύψει τους μισθούς των πρόσθετων ΕΕΕ που επρόκειτο να διοριστούν στην Πολωνία και τη Σουηδία και του προσωπικού που επρόκειτο να προσληφθεί, καθώς και τις σχετικές επιχειρησιακές δαπάνες, αλλά ότι μέρος αυτών των πρόσθετων κονδυλίων διατέθηκε στο προσωπικό της κεντρικής υπηρεσίας για την προετοιμασία του έργου αυτονομίας ΤΠ που επιβλήθηκε από τη διακοπή των υπηρεσιών της Επιτροπής στον τομέα ΤΠ· σημειώνει ότι ο δεύτερος διορθωτικός προϋπολογισμός αύξησε το επίπεδο των πιστώσεων κατά 894 047 EUR τον Νοέμβριο του 2024, κατόπιν πρότασης της αρμόδιας για τον προϋπολογισμό αρχής της Ένωσης, με σκοπό την αντιμετώπιση του υψηλού επιπέδου τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των μισθών το 2024, και ότι, επειδή η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είχε ήδη διαθέσει μέρος του πρώτου διορθωτικού προϋπολογισμού της για την πρόβλεψη της υψηλότερης από την αναμενόμενη τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των μισθών, οι δεύτεροι επιπλέον χορηγούμενοι πόροι ανακατανεμήθηκαν σε δαπάνες που σχετίζονται με την ασφάλεια· θεωρεί ότι αυτή η επαναλαμβανόμενη εξάρτηση από διορθωτικούς προϋπολογισμούς αναδεικνύει την ανάγκη για μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση εκ των προτέρων κατάρτισης του προϋπολογισμού και για πιο έγκαιρη και πιο διαρθρωμένη συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατά την ετήσια διαδικασία του προϋπολογισμού·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>6.</NO.P>σημειώνει ότι, το 2024, εγκρίθηκαν τρεις μεταφορές πιστώσεων σύμφωνα με το άρθρο 26 των δημοσιονομικών κανόνων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, οι οποίες επέτρεψαν στην Ευρωπαία Γενική Εισαγγελέα, κατόπιν πρότασης της διοικητικής διευθύντριας, να μεταφέρει πιστώσεις από τίτλο σε τίτλο, με ανώτατο όριο το 10 % των πιστώσεων του οικονομικού έτους και από κεφάλαιο σε κεφάλαιο ή εντός κάθε κεφαλαίου χωρίς περιορισμό· παρατηρεί ότι η συνολική καθαρή αξία των εν λόγω μεταφορών ανήλθε σε 3,2 εκατομμύρια EUR, σε σύγκριση με 1,2 εκατομμύρια EUR το 2023, και ότι οι μεταφορές αυτές ήταν αναγκαίες για την ανάπτυξη του προγράμματος αυτονομίας ΤΠ, την αιτούμενη τακτοποίηση των υπηρεσιών στενής προστασίας στο πλαίσιο της συμφωνίας επιπέδου υπηρεσιών (ΣΕΥ) με τη Γενική Διεύθυνση Ανθρωπίνων Πόρων και Ασφάλειας της Επιτροπής και τις αλλαγές στην επικαιροποίηση των αποδοχών, ώστε να ληφθεί υπόψη η υψηλότερη από την αναμενόμενη τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών που ανήλθε σε 7,2 % σε σύγκριση με την αρχική δημοσιονομική υπόθεση του 3,4 %·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>7.</NO.P>αναγνωρίζει ότι η εκτίμηση τυχόν δημοσιονομικών αναγκών που σχετίζονται με τις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εξακολουθεί να είναι πολύ δύσκολη λόγω της ιδιαιτερότητας των δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η οποία συνδέεται με το απρόβλεπτο επίπεδο εντοπισμού της απάτης και το ευρύ φάσμα των υποθέσεών της· γνωρίζει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν διαθέτει διακριτική ευχέρεια όσον αφορά την άσκηση διώξεων και δεν έχει καμία επιρροή όσον αφορά τους πόρους και τους διαδικαστικούς περιορισμούς των εθνικών συστημάτων από τα οποία εξαρτάται για τις ερευνητικές δραστηριότητες· παρατηρεί ότι η έλλειψη σταθερής συσχέτισης μεταξύ του αριθμού και του κόστους των ερευνών εμποδίζει επίσης την πρόβλεψη δαπανών, αλλά υπενθυμίζει ότι οι πόροι της Ένωσης που πρέπει να προστατευτούν αυξάνονται και ότι η πολυπλοκότητα του κανονιστικού πλαισίου που διέπει την ανάπτυξή τους καθιστά δυσκολότερες τις έρευνες, όχι μόνο όσον αφορά τον μηχανισμό ανάκαμψης και ανθεκτικότητας (ΜΑΑ) και τον πρωτοφανή τρόπο εφαρμογής του, αλλά και όσον αφορά τον μεγάλο όγκο των δαπανών· πιστεύει ότι το πλαίσιο αυτό υποδηλώνει την ανάγκη για πρόσθετη κατανομή πόρων με στόχο τη χρηματοδότηση των δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και επαναλαμβάνει την ανάγκη να παρασχεθούν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία επαρκείς πόροι για την ικανοποιητική εκπλήρωση της εντολής της· θεωρεί ότι αυτή η έλλειψη προβλεψιμότητας θα μπορούσε, με την επιφύλαξη της ανάγκης για έναν ρεαλιστικό εκ των προτέρων προϋπολογισμό που να αποτυπώνει τις τάσεις του φόρτου εργασίας, να δικαιολογήσει τη θέσπιση ειδικού δημοσιονομικού μηχανισμού έκτακτης ανάγκης, ο οποίος θα επιτρέπει στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να ανταποκρίνεται αποτελεσματικά σε αιφνίδιες αυξήσεις του φόρτου εργασίας·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>8.</NO.P>κατανοεί ότι το 2024 ήταν ένα δύσκολο έτος για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, διότι χρειάστηκε να αντιμετωπίσει την αύξηση του φόρτου εργασίας της στα 22 συμμετέχοντα κράτη μέλη, να διαχειριστεί τη διεύρυνση με την Πολωνία και τη Σουηδία και, ταυτόχρονα, να επιτύχει αυτονομία ΤΠ από την Επιτροπή· σημειώνει ότι, το 2024, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ζήτησε 45 θέσεις στον πίνακα προσωπικού για αυτονομία ΤΠ και αργότερα 37 θέσεις σε διορθωτικό προϋπολογισμό, αλλά και τα δύο αιτήματα απορρίφθηκαν· παρατηρεί ότι, ειδικότερα, η έλλειψη πρόσθετων πόρων για την επίτευξη της αυτονομίας στον τομέα ΤΠ είχε ως αποτέλεσμα την ανάγκη να διατεθούν στον τομέα ΤΠ μέλη του προσωπικού που αρχικά προορίζονταν για την υποστήριξη των επιχειρήσεων, καθώς και την προσφυγή σε εσωτερικούς αναδόχους· θεωρεί ότι εξακολουθεί να είναι απαραίτητη η χορήγηση χρηματοδότησης προκειμένου να διασφαλιστούν η πλήρης αυτονομία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στον τομέα ΤΠ και η ισχυρή κυβερνοασφάλεια, ώστε να αποφεύγονται οι επιχειρησιακές διαταραχές· τονίζει ότι η συνεχιζόμενη εξάρτηση από εξωτερικούς αναδόχους και η εκτροπή του επιχειρησιακού προσωπικού σε καθήκοντα ΤΠ, που είναι αποτέλεσμα της έλλειψης θέσεων απασχόλησης του πίνακα προσωπικού για την αυτονομία ΤΠ, ενέχει τον κίνδυνο υπονόμευσης της ερευνητικής ικανότητας και της μακροπρόθεσμης θεσμικής ανθεκτικότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας· καλεί την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή να παράσχει ειδική, βιώσιμη στελέχωση για την ψηφιακή αυτονομία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, προκειμένου να προστατευθούν η αποτελεσματικότητα των ερευνών και η κυβερνοασφάλεια·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>9.</NO.P>επισημαίνει ότι το ποσοστό εκτέλεσης του προϋπολογισμού για το οικονομικό έτος 2024 ήταν 98,5 %, πάνω από τον αναμενόμενο δείκτη επιδόσεων του 95 % και σύμφωνο με τα προηγούμενα έτη (99,6 % το 2023 και 98,1 % το 2022)· εκτιμά το γεγονός ότι, για δεύτερο συνεχόμενο έτος, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν έχει επιστρέψει κονδύλια στην αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή της Ένωσης, γεγονός που καταδεικνύει σταθερή ικανότητα απορρόφησης του χορηγηθέντος προϋπολογισμού· επισημαίνει ότι, το 2024, το συνολικό ποσοστό εκτέλεσης των πληρωμών ανήλθε στο 86,4 % του τελικού προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, με μέσο χρόνο πληρωμής τις 16,7 ημέρες, χάρη στην ενισχυμένη χρήση της ηλεκτρονικής τιμολόγησης, η οποία βελτιώθηκε σε σχέση με τα προηγούμενα έτη (το 2023 το ποσοστό εκτέλεσης ήταν 85,3 %, με μέσο χρόνο πληρωμής τις 17 ημέρες, και το 2022 το ποσοστό εκτέλεσης ήταν 76,6 % με μέσο χρόνο πληρωμής τις 23,8 ημέρες)· παρατηρεί ότι το ποσοστό των καθυστερημένων πληρωμών παρέμεινε σταθερό και πολύ χαμηλό (0,85 % επί του συνολικού αριθμού πληρωμών το 2024, σε σύγκριση με 0,86 % το 2023· ή 1,09 % επί του συνολικού ποσού των πληρωμών το 2024, σε σύγκριση με 1,08 % το 2023)·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>10.</NO.P>παρατηρεί ότι, σύμφωνα με τα προηγούμενα έτη και τη στρατηγική που δίνει προτεραιότητα στις επιχειρησιακές δαπάνες που σχετίζονται με έρευνες, διώξεις και μέτρα ασφάλειας, το 2024 η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διέθεσε το 44,6 % του προϋπολογισμού της σε επιχειρησιακές δραστηριότητες (σε σύγκριση με 43 % το 2023 και 41 % το 2022), στις οποίες οι κύριοι παράγοντες κόστους ήταν η αμοιβή των ΕΕΕ, ακολουθούμενη από επιχειρησιακές δραστηριότητες ΤΠΕ (19 %), όπως η συντήρηση και η ανάπτυξη του συστήματος διαχείρισης υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (CMS) και οι γλωσσικές υπηρεσίες (10 %)· σημειώνει ότι ο προϋπολογισμός της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας απορροφήθηκε κυρίως από δαπάνες που σχετίζονται με έκτακτους υπαλλήλους (33,6 %, 25 671 160 EUR, σε σύγκριση με 32,2 % το 2023) και τις αποδοχές των ΕΕΕ (23,9 %, 18 252 391 EUR, σε σύγκριση με 22,1 % το 2023), ακολουθούμενες από δαπάνες για γλωσσικές υπηρεσίες (4,6 %, 3 491 000 EUR, σε σύγκριση με 6,2 % το 2023) και επιχειρησιακό υλισμικό και λογισμικό ΤΠΕ (4,5 %, 3 426 711 EUR, σε σύγκριση με 5,5 % το 2023)·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>11.</NO.P>σημειώνει ότι, το 2024, ανακοινώθηκε η συμμετοχή της Πολωνίας και της Σουηδίας και ότι τούτο επηρέασε μόνο εν μέρει τον προϋπολογισμό του 2024, λόγω της σταδιακής πρόσληψης δύο Ευρωπαίων Εισαγγελέων και ορισμένων ΕΕΕ· παρατηρεί ότι με την αύξηση του 2024 που εγκρίθηκε από την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή της Ένωσης χορηγήθηκαν 20 πρόσθετες θέσεις σε κεντρικά γραφεία και πρόσθετους ΕΕΕ εν αναμονή της συμμετοχής της Πολωνίας και της Σουηδίας στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>12.</NO.P>παρατηρεί ότι το κόστος για τις επιχειρησιακές αποστολές αυξήθηκε ελαφρώς περαιτέρω το 2024, φθάνοντας τα 1 292 000 EUR (σε σύγκριση με 1 175 000 EUR το 2023 και 980 000 EUR το 2022) και απορρόφησε περίπου το 3,7 % των συνολικών επιχειρησιακών πιστώσεων (34,1 εκατομμύρια EUR), αλλά συνολικά συμβάδιζε με το αυξανόμενο επίπεδο έντασης των ερευνών και ήταν σταθερό όσον αφορά την αξία· κατανοεί ότι έχει σημειωθεί μείωση των συνολικών δαπανών ταξιδίου, ότι προωθείται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία η χρήση εγκαταστάσεων τηλεδιάσκεψης ως οικονομικά αποδοτική και ασφαλής εναλλακτική λύση αντί των αποστολών του προσωπικού και ότι η συμμετοχή σε διαδικτυακές συνεδριάσεις αποτελεί τη συνήθη πρακτική για τον εσωτερικό συντονισμό και τις ανταλλαγές με τις αρχές των κρατών μελών και τους εταίρους της Ένωσης, αλλά οι αποστολές παραμένουν απαραίτητες στο επιχειρησιακό και δικαστικό πλαίσιο, ώστε να διασφαλιστεί συνεκτική προσέγγιση σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας όσον αφορά την κατάρτιση ή την ευαισθητοποίηση των ενδιαφερόμενων φορέων·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>13.</NO.P>υπενθυμίζει ότι, σύμφωνα με το άρθρο 107 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, οι μεταφραστικές υπηρεσίες που απαιτούνται για τη διοικητική λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σε κεντρικό επίπεδο παρέχονται από το Μεταφραστικό Κέντρο των οργάνων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά ότι τα επείγοντα θέματα και ο ερευνητικός σκοπός παρέχουν στους ΕΕΕ τη δυνατότητα να αποφασίζουν σχετικά με τις λεπτομέρειες της μετάφρασης, σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο· παρατηρεί ότι, το 2024, το κόστος των υπηρεσιών μετάφρασης και διερμηνείας μειώθηκε σε 3 491 000 EUR, ποσό που αντιστοιχεί στο 10 % των επιχειρησιακών πιστώσεων (σε σύγκριση με 4 086 500 EUR, ποσό που αντιστοιχεί στο 14 %, το 2023)· σημειώνει ότι το 88,8 % των εγγράφων του συστήματος διαχείρισης υποθέσεων μεταφράστηκαν αυτόματα (8,8 % πάνω από τον δείκτη επιδόσεων) και εκτιμά τις προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να ενισχύσει την οικονομική αποδοτικότητα των μεταφραστικών υπηρεσιών της·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>14.</NO.P>παρατηρεί ότι, το 2024, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προκήρυξε 15 προσκλήσεις υποβολής προσφορών και ανέθεσε 9 συμβάσεις (ακυρώθηκαν 4 διαδικασίες) και ότι 2 ήταν ανοικτές διαδικασίες, ενώ 12 ήταν διαδικασίες με διαπραγμάτευση· σημειώνει την εντατική χρήση των συμβάσεων-πλαισίων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η οποία είχε ως αποτέλεσμα, το 2024, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να υπογράψει 288 ειδικές συμβάσεις βάσει των υφιστάμενων συμβάσεων-πλαισίων (σε σύγκριση με 234 το 2023), συνολικού ύψους άνω των 13 εκατομμυρίων EUR (σε σύγκριση με 11 εκατομμύρια EUR το 2023), ενώ δεν συνήφθη σύμβαση με διαδικασία με διαπραγμάτευση χωρίς προηγούμενη δημοσίευση προκήρυξης διαγωνισμού· παρατηρεί ότι, το 2024, περίπου το 65 % των συμβάσεων που ανατέθηκαν απευθείας από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αφορούσαν ΜΜΕ, εκ των οποίων όλες εκτός από 3 προέρχονταν από το ίδιο κράτος μέλος· κατανοεί ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει αναπτύξει τη δική της αγοραστική ικανότητα, έχει διαχειριστεί τις δικές της ειδικές συμβάσεις κατά την εφαρμογή των υφιστάμενων συμβάσεων-πλαισίων και συνέχισε, παράλληλα, να λειτουργεί μέσω ΣΕΥ με άλλα θεσμικά και λοιπά όργανα και οργανισμούς της Ένωσης και μέσω της σύναψης διοργανικών συμβάσεων με διάφορους φορείς της αγοράς· εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι, το 2024, όλες οι διαδικασίες σύναψης συμβάσεων και οι δραστηριότητες διαχείρισης συμβάσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εκτελέστηκαν με τη χρήση ψηφιακών εργαλείων ΤΠ, γεγονός που συνάδει με τον στόχο του δείκτη επιδόσεων· υπενθυμίζει ότι η χρήση διοργανικών συμβάσεων-πλαισίων καθιστά δυνατή τη μεγιστοποίηση των οικονομιών κλίμακας, διασφαλίζοντας χρηστή δημοσιονομική διαχείριση, από τη μία πλευρά, και αντισταθμίζοντας την έλλειψη διαθέσιμων ανθρώπινων πόρων, από την άλλη·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>15.</NO.P>εκτιμά τη θετική τάση στη μεταφορά πιστώσεων από το προηγούμενο οικονομικό έτος (2023), ύψους 9 392 990 EUR ή 14,2 % (σε σύγκριση με 10 969 680 EUR ή 24,4 % το 2022), εκ των οποίων το 96,9 % απορροφήθηκε (σε σύγκριση με 84,8 % το 2023 και 90,8 % το 2022) και μόνο το 3,1 % ακυρώθηκε (σε σύγκριση με 15,2 % το 2023 και 9,2 % το 2022)· σημειώνει ότι η μεταφορά πιστώσεων πληρωμών από το 2024 στο 2025 ανήλθε σε 9 200 802 EUR, ποσό σχετικά σταθερό σε σύγκριση με το ανωτέρω ποσό από το 2023 στο 2024· παρατηρεί ότι οι μεταφορές οφείλονταν κυρίως σε πιστώσεις που αναλήφθηκαν προς το τέλος του έτους για επιχειρησιακές ψηφιακές επενδύσεις, καθώς και σε ανεξόφλητα ποσά συμβάσεων εξωτερικών παρόχων υπηρεσιών·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>16.</NO.P>επαναλαμβάνει ότι το νομοθετικό δημοσιονομικό δελτίο (ΝΔΔ) του 2017 δεν είναι πλέον κατάλληλο για τον επιδιωκόμενο σκοπό· τονίζει ότι το ισχύον ΝΔΔ εμποδίζει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να διενεργήσει ενδιάμεση επανεξέταση του προϋπολογισμού, υποχρεώνοντάς τη να περιμένει έως το τέλος της διαδικασίας έγκρισης του προϋπολογισμού για να αποσαφηνίσει το επίπεδο των πόρων που μπορεί να εφαρμόσει το επόμενο έτος· υπογραμμίζει ότι αυτό περιορίζει την ικανότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να προβλέπει προπαρασκευαστικές δραστηριότητες εκτέλεσης του προϋπολογισμού και, ειδικότερα, επηρεάζει την έγκαιρη έναρξη των προσλήψεων, καθυστερώντας την πρόοδο προς την πλήρη κάλυψη θέσεων και τη συνολική ικανότητα απορρόφησης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, το οποίο στην πραγματικότητα εμποδίζει την εκπόνηση ολοκληρωμένης στρατηγικής στελέχωσης που δεν είναι αποτέλεσμα ετήσιων διαπραγματεύσεων για τον προϋπολογισμό· επισημαίνει ότι είναι ζωτικής σημασίας να επιτευχθεί η μέγιστη δυνατή ευελιξία στην ανάπτυξη ενός καινοτόμου μοντέλου οργάνωσης, όπως η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία· πιστεύει ότι η αναθεώρηση του ΝΔΔ πρέπει να πραγματοποιηθεί ανεξάρτητα από την αλλαγή της εντολής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, το αργότερο στο πλαίσιο της αναθεώρησης του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 για τον οποίο έχει δρομολογηθεί αξιολόγηση από την Επιτροπή·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>17.</NO.P>εκτιμά τη συνεχή ενίσχυση της διοικητικής ικανότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η οποία αντιμετωπίζει σταδιακά τις αρχικές αδυναμίες που προκύπτουν από την προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να περιορίσει τις μη επιχειρησιακές δαπάνες σε βασικές υπηρεσίες υποστήριξης· υποστηρίζει ότι οι δημοσιονομικοί και ανθρώπινοι πόροι που διατίθενται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αναμένεται να είναι επαρκείς για την αποτελεσματική και επιτυχή εκτέλεση της εντολής της και τον συνήθη χειρισμό των σχετικών διοικητικών διαδικασιών· υπενθυμίζει ότι η πρόσθετη χρηματοδότηση και η ενίσχυση του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας είναι ζωτικής σημασίας για να μπορέσει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να καταπολεμήσει αποτελεσματικά το έγκλημα στον τομέα του ΦΠΑ, να προστατεύσει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης και να προασπίσει το κράτος δικαίου, τα οποία αποτελούν βασικές προτεραιότητες της Ένωσης· επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την Επιτροπή να επανεξετάσει το δημοσιονομικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σε στενή συνεργασία με την ίδια, ώστε να βρεθούν επαρκείς τρόποι για τη στήριξη στο έργο της· υπενθυμίζει ότι, στη διορθωτική επιστολή 1/2022, η Επιτροπή δεσμεύτηκε να υποβάλει στο Κοινοβούλιο αξιολόγηση της στελέχωσης έως το τέλος του 2023 και ότι αυτό τονίστηκε στην παράγραφο 5 του ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, της 25ης Απριλίου 2024, σχετικά με τη θέση του Συμβουλίου επί του σχεδίου διορθωτικού προϋπολογισμού αριθ. 3 στον γενικό προϋπολογισμό του 2024 για την ενίσχυση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μετά την προσχώρηση της Πολωνίας και την αναμενόμενη συμμετοχή της Σουηδίας· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η Επιτροπή δεν προέβη στην εν λόγω αξιολόγηση, ούτε διαβουλεύτηκε ούτε επικοινώνησε με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όσον αφορά την αξιολόγηση της στελέχωσης, και ότι παρόλα αυτά, η Επιτροπή δεν ενέκρινε τα αιτήματα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και δεν συμμετείχε σε διάλογο για επικαιροποιημένη αξιολόγηση των πραγματικών αναγκών· καλεί την Επιτροπή να διαθέσει πρόσθετους πόρους που δικαιολογούνται από τον αυξανόμενο αριθμό πολύπλοκων υποθέσεων, και τονίζει ότι οι πόροι αυτοί δεν θα πρέπει να εξαρτώνται από την αναθεώρηση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 ή της εντολής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αλλά από τη σημασία της καταπολέμησης του οργανωμένου εγκλήματος και της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης στο επόμενο πολυετές δημοσιονομικό πλαίσιο (ΠΔΠ)·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>18.</NO.P>επαναλαμβάνει ότι οι δημοσιονομικοί και ανθρώπινοι πόροι που διατίθενται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία παραμένουν διαρθρωτικά ανεπαρκείς λόγω του ταχέως αυξανόμενου φόρτου εργασίας της, ιδίως όσον αφορά τις υποθέσεις που σχετίζονται με τον ΜΑΑ και τη διασυνοριακή απάτη στον τομέα του ΦΠΑ, που πλήττει την εσωτερική αγορά και τον θεμιτό ανταγωνισμό· παροτρύνει την Επιτροπή να ξεκινήσει τον διάλογο με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για την αξιολόγηση της στελέχωσης που ανακοινώθηκε στη διορθωτική επιστολή 1/2022 όσον αφορά τις ανάγκες σε πόρους που ευθυγραμμίζονται με τις επιχειρησιακές απαιτήσεις· τονίζει ότι η αναθεώρηση του παρωχημένου νομοθετικού δημοσιονομικού δελτίου του 2017 είναι αναγκαία ώστε να αντικατοπτρίζονται οι δείκτες πραγματικού φόρτου εργασίας και δεν μπορεί να εξαρτάται από την μεταβολή της εντολής, δεδομένης της επέκτασης των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης που διακυβεύονται· καλεί την Επιτροπή να υποβάλει, χωρίς καθυστέρηση, επικαιροποιημένη αξιολόγηση της στελέχωσης και της χρηματοδότησης, η οποία θα εκπονηθεί σε στενή διαβούλευση με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και θα βασίζεται σε μετρήσιμους δείκτες φόρτου εργασίας και στις υποθέσεις· καλεί την Επιτροπή να διασφαλίσει ότι οι μελλοντικές προτάσεις προϋπολογισμού θα βασίζονται σε επικαιροποιημένους δείκτες φόρτου εργασίας και όχι σε παρωχημένες παραδοχές·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>19.</NO.P>τονίζει ότι ο τρόπος λειτουργίας των εγκληματικών οργανώσεων είναι όλο και πιο διακρατικός, διαρθρωμένος με βάση την επαναλαμβανόμενη συμμετοχή πολύπλοκων εταιρικών δομών που χρησιμοποιούνται ως ψευδή και αδιαφανή νομικά μέσα που αναπτύσσονται σε πολλαπλές δικαιοδοσίες με άνισα επίπεδα επιβολής του δικαίου της Ένωσης· επισημαίνει το γεγονός ότι η στρατηγική του οργανωμένου εγκλήματος αποσκοπεί στη δόλια εκτροπή κονδυλίων της Ένωσης και στην απόκρυψη των προϊόντων εγκλήματος μέσω δραστηριοτήτων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες που επηρεάζουν τη νόμιμη οικονομία και εμφανίζονται επίσης ως μεγάλης κλίμακας διασυνοριακή απάτη στον τομέα του ΦΠΑ· επισημαίνει ότι τα εν λόγω ποινικά συστήματα εκμεταλλεύονται συστηματικά τον κανονιστικό κατακερματισμό και τις διαδικαστικές ασυμμετρίες μεταξύ των κρατών μελών, καθώς και τους περιορισμούς που είναι εγγενείς στην εθνική εστίαση των αρχών επιβολής του νόμου και των δικαστικών αρχών· τονίζει, στο πλαίσιο αυτό, την προστιθέμενη αξία των δράσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, οι οποίες καθιστούν δυνατή την κάλυψη του κενού που δημιουργούν οι μη συντονισμένες εθνικές πρωτοβουλίες και αποτελούν το πλέον αποτελεσματικό μέσο για την καταπολέμηση των διακρατικών εγκληματικών δραστηριοτήτων και την παρέμβαση για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και της εσωτερικής αγοράς· ζητεί να ληφθούν συγκεκριμένα μέτρα για την ενίσχυση της επιχειρησιακής αποτελεσματικότητας των ερευνών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ιδίως με την αντιμετώπιση των διαρθρωτικών εμποδίων που εξακολουθούν να παρεμποδίζουν τις διασυνοριακές έρευνες· τονίζει την ανάγκη για ένα ελάχιστο επίπεδο διαδικαστικής εναρμόνισης μεταξύ των συμμετεχόντων κρατών μελών σε τομείς που επηρεάζουν άμεσα το έργο των ΕΕΕ, συμπεριλαμβανομένων της πρόσβασης σε αποδεικτικά στοιχεία, των χρονοδιαγραμμάτων για τις δικαστικές άδειες και των κανόνων που διέπουν τα μέτρα έρευνας· παροτρύνει τα κράτη μέλη να χορηγήσουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία άμεση και ασφαλή πρόσβαση σε βασικές εθνικές βάσεις δεδομένων, όπως τελωνειακά συστήματα, φορολογικά μητρώα και μητρώα πραγματικών δικαιούχων, διασφαλίζοντας παράλληλα την πλήρη συμμόρφωση με την απαίτηση για προστασία των δεδομένων·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>20.</NO.P>σημειώνει τα συμπεράσματα και τις συστάσεις που διατύπωσε το Ελεγκτικό Συνέδριο στην επισκόπηση 02/2025 με τίτλο «Προσανατολισμός στις επιδόσεις, λογοδοσία και διαφάνεια — άντληση διδαγμάτων από τις αδυναμίες του ΜΑΑ»<FOOTNOTE><FIELD> https://www.eca.europa.eu/ECAPublications/RV-2025-02/RV-2025-02_EL.pdf.</FIELD></FOOTNOTE>· ζητεί ειδική αύξηση της χρηματοδότησης στο πλαίσιο του επόμενου ΠΔΠ, προκειμένου να διασφαλιστεί ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπορεί να συνεχίσει να εκπληρώνει τους στόχους και τις υποχρεώσεις της ενόψει της αυξημένης πολυπλοκότητας των χρηματοδοτικών μέσων, που ενδέχεται να εκθέτει τα ενωσιακά κονδύλια σε υψηλότερο κίνδυνο απάτης και κακοδιαχείρισης·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>21.</NO.P>σημειώνει ότι το 2024 το κόστος που σχετίζεται με τις διατάξεις του άρθρου 91 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 (εξαιρετικά δαπανηρά μέτρα που εφαρμόστηκαν από τις εθνικές αρχές και καλύφθηκαν από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία) παρέμεινε οριακό (0,1 % του επιχειρησιακού προϋπολογισμού, σε σύγκριση με 0,4 % το 2023)· κατανοεί ότι, το 2023, υπεγράφη μια πρώτη χρηματοδοτική σύμβαση στο πλαίσιο πιλοτικού έργου για την επιστροφή των απαιτήσεων που υποβάλλονται δυνάμει του άρθρου 91 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, με σκοπό την κάλυψη του κόστους των μέτρων που εφαρμόζονται σε εθνικό επίπεδο για λογαριασμό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, και ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο έλεγξε την πράξη το 2023 και την έκρινε νόμιμη και κανονική· πιστεύει ότι η διάταξη αυτή προσφέρει στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία τη δυνατότητα να παρεμβαίνει αποτελεσματικά σε διακρατικά ερευνητικά σενάρια όπου ένα κράτος μέλος ενδέχεται να διστάζει να διαθέσει τους πόρους του, λαμβάνοντας υπόψη ένα μη ισορροπημένο αποτέλεσμα της ανάλυσης κόστους-οφέλους· καλεί την Επιτροπή να διερευνήσει τον τρόπο με τον οποίο η χρήση αυτής της επιλογής από τα κράτη μέλη και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα μπορούσε να καταστεί πιο αποτελεσματική από στρατηγική άποψη και να παράσχει στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία τους πόρους που είναι απαραίτητοι για τον σκοπό αυτόν·</P></ACTION></ACTLST><ACTLST><ACTINIT><STRING BOLD="on"><STRING ITALIC="on">Εσωτερική διαχείριση και εσωτερικός έλεγχος - επιδόσεις</STRING></STRING></ACTINIT><ACTION><P><NO.P>22.</NO.P>γνωρίζει ότι το συλλογικό όργανο είναι υπεύθυνο για τη γενική εποπτεία των δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και για τη λήψη αποφάσεων σε στρατηγικά θέματα και ότι το 2024 συνεδρίασε 20 φορές εγκρίνοντας 70 αποφάσεις· πιστεύει ότι οι αποφάσεις του συλλογικού οργάνου διασφαλίζουν τη συνοχή, την αποτελεσματικότητα και τη συνέπεια στην πολιτική δίωξης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σε όλα τα συμμετέχοντα κράτη μέλη· εκφράζει την ικανοποίησή του για τις αποφάσεις του συλλογικού οργάνου που εγκρίθηκαν το 2024 σχετικά με τις ρυθμίσεις εργασίας που καθορίζουν τις μεθόδους συνεργασίας με το Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Εξωτερικής Δράσης (ΕΥΕΔ) και τα αναθεωρημένα παραρτήματα της συμφωνίας με την Επιτροπή· παρατηρεί ότι το συλλογικό όργανο τροποποίησε επίσης τους κανόνες για το λοιπό προσωπικό που τίθεται στη διάθεση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αλλά δεν απασχολείται από αυτήν [εθνικοί βοηθοί των Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων (ΕΒΕΕΕ)] και θέσπισε επίδομα στέγασης για ορισμένες κατηγορίες προσωπικού που στεγάζονται στο Λουξεμβούργο· σημειώνει ότι, ως αρμόδια για τους διορισμούς αρχή, το συλλογικό όργανο διόρισε ΕΕΕ στην Αυστρία, το Βέλγιο, τη Βουλγαρία, τη Γαλλία, τη Γερμανία, την Ελλάδα, την Ιταλία, τις Κάτω Χώρες, την Πολωνία και τη Σουηδία, επιλεγμένα μέλη της επιτροπής δεοντολογίας και μέλη του πειθαρχικού συμβουλίου για τους ΕΕΕ, καθώς και την προσωρινή διοικητική διευθύντρια· σημειώνει τις αποφάσεις του συλλογικού οργάνου το 2024 για θέματα που σχετίζονται με τον προϋπολογισμό, όπως η έγκριση του ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την περίοδο 2024-2026, οι οριστικοί λογαριασμοί για το οικονομικό έτος 2023, η ενοποιημένη ετήσια έκθεση δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για το 2023, το ενιαίο έγγραφο προγραμματισμού για την περίοδο 2025-2027, ο προϋπολογισμός του 2025 και η αντίστοιχη απόφαση χρηματοδότησης για το έτος 2025, καθώς και οι τροποποιήσεις του προϋπολογισμού και του ενιαίου εγγράφου προγραμματισμού· το συλλογικό όργανο ενέκρινε επίσης κανόνες ασφαλείας που εφαρμόζονται στα ψηφιακά συστήματα επικοινωνίας και πληροφοριών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, καθώς και τη στρατηγική ασφάλειας 2024-2028·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>23.</NO.P>σημειώνει ότι, το 2024, τα μόνιμα τμήματα πραγματοποίησαν 491 συνεδριάσεις για την παρακολούθηση και τη διεύθυνση των ερευνών και των διώξεων που διεξήγαγαν οι ΕΕΕ, οι οποίες ανατέθηκαν τυχαία αμέσως μετά την καταχώριση, και για τη διασφάλιση του συντονισμού των ερευνών και των διώξεων σε διασυνοριακές υποθέσεις, της συνοχής, της αποτελεσματικότητας και της συνέπειας της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τη δίωξη σε όλα τα συμμετέχοντα κράτη μέλη μέσω της εφαρμογής των αποφάσεων που εγκρίθηκαν από το συλλογικό όργανο·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>24.</NO.P>θεωρεί ότι, συνολικά, τα ισχύοντα συστήματα εσωτερικού ελέγχου είναι αποτελεσματικά· σημειώνει ότι έχουν θεσπιστεί βασικοί δείκτες επιδόσεων (ΒΔΕ) για την παρακολούθηση σε τριμηνιαία βάση της εφαρμογής των ετήσιων και πολυετών προγραμμάτων εργασίας· παρατηρεί ότι η αξιολόγηση του πλαισίου εσωτερικού ελέγχου (ICF) για το 2024 επιβεβαίωσε τη μετρήσιμη πρόοδο όσον αφορά την ανάπτυξη εσωτερικών ελέγχων και ότι η διαδικασία εκτίμησης κινδύνου για το έτος 2025 διενεργήθηκε με ειδικά εργαστήρια σε επιχειρησιακό και διοικητικό επίπεδο, ακολουθούμενη από επικαιροποιημένη πολιτική διαχείρισης κινδύνων που εγκρίθηκε από το συλλογικό όργανο στις 26 Φεβρουαρίου 2025·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>25.</NO.P>υποστηρίζει ότι η Υπηρεσία Εσωτερικού Λογιστικού Ελέγχου της Επιτροπής (IAS) και το κλιμάκιο εσωτερικού ελέγχου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (IAC) θα πρέπει να συντονίζουν τις δράσεις τους με σκοπό την παροχή συμβουλών και συνδρομής στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για τη θέσπιση των κύριων βασικών διαδικασιών της και την επίτευξη των στόχων της· παρατηρεί ότι δεν υπήρξαν κοινές συμβουλευτικές πρωτοβουλίες μεταξύ της IAS και του IAC το 2024· εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι, μετά τον διορισμό, τον Σεπτέμβριο του 2024, του νέου επικεφαλής του IAC, οι προσπάθειες επικεντρώθηκαν στην παρακολούθηση των προηγούμενων συστάσεων ελέγχου, στην κατάρτιση των τυποποιημένων διαδικασιών λειτουργίας (SOP) του IAC και στην προετοιμασία και υποβολή προς έγκριση του στρατηγικού σχεδίου ελέγχου για την περίοδο 2025-2027 από το συλλογικό όργανο·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>26.</NO.P>υπενθυμίζει ότι, το 2023, η IAS ξεκίνησε περιορισμένη επανεξέταση των δομικών στοιχείων διασφάλισης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η οποία ολοκληρώθηκε το 2024· σημειώνει ότι ελήφθησαν υπόψη όλες οι συστάσεις, με αποτέλεσμα την περαιτέρω βελτίωση του πλαισίου διασφάλισης και των διαδικασιών διακυβέρνησης, συμπεριλαμβανομένων της τυποποίησης των διαδικασιών, της βελτιωμένης τεκμηρίωσης και της ψηφιοποίησης των διαδικασιών σχεδιασμού και προγραμματισμού, των βελτιώσεων του ICF και μιας ενισχυμένης προσέγγισης για τη διαχείριση κινδύνων· παρατηρεί ότι, από τον Νοέμβριο του 2024 έως το τέλος Ιανουαρίου του 2025, η IAS πραγματοποίησε συμβουλευτική δράση για την ΤΠ ενόψει της αυτονομίας ΤΠ στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και ότι η συμβουλευτική τελική έκθεση εκδόθηκε στο τέλος του 2024· σημειώνει ότι, το 2024, οι συστάσεις εξωτερικού και εσωτερικού ελέγχου και οι απαιτήσεις απαλλαγής συνέχισαν να παρακολουθούνται τακτικά·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>27.</NO.P>σημειώνει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συνέχισε τις προσπάθειές της να θέσει σε εφαρμογή ένα σύστημα για την παρακολούθηση της βελτίωσης της αποδοτικότητας και της εξοικονόμησης κόστους, και σημειώνει ότι το 2024 δρομολόγησε επανεξέταση των διαδικασιών στρατηγικού και επιχειρησιακού σχεδιασμού και παρακολούθησης (για να αυξηθεί η ικανότητα συμβολής στη στρατηγική εστίαση των δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και να επιτευχθεί σταθερά υψηλό ποσοστό εκτέλεσης ή απορρόφησης των διαθέσιμων πόρων) και θέσπισε μεσοπρόθεσμο στρατηγικό προγραμματισμό για τους ανθρώπινους πόρους, ώστε να καταστεί δυνατή η αυξημένη πλήρωση του πίνακα προσωπικού και η αντιμετώπιση των κενών στελέχωσης μέσω προσλήψεων ή επαγγελματικής ανάπτυξης· παρατηρεί ότι, στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία άρχισε επίσης να αναπτύσσει πιο συγκεκριμένα πλαίσια περιγραφής καθηκόντων για να ευθυγραμμίσει το προσωπικό με τη στρατηγική και να συνεισφέρει στη διατήρηση υψηλού επιπέδου συμμετοχής του προσωπικού·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>28.</NO.P>σημειώνει ότι η συγκριτική αξιολόγηση που διενήργησε το IAC με τους ανθρώπινους πόρους της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας χαρτογράφησε το προσωπικό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας υιοθετώντας τις ίδιες αρχές όπως και σε άλλους οργανισμούς· παρατηρεί ότι, συγκρίνοντας τους ανθρώπινους πόρους που διέθεσε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με ένα σύνολο άλλων οντοτήτων της Ένωσης και εθνικών εισαγγελιών έναντι ενός τυποποιημένου συνόλου πυλώνων, κατέστησε δυνατό τον προσδιορισμό κενών στην κατανομή του προσωπικού σε σύγκριση με άλλα θεσμικά όργανα της Ένωσης· κατανοεί ότι το μοντέλο αυτό έχει χρησιμοποιηθεί ως σημείο αναφοράς για τα αιτήματα προϋπολογισμού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αλλά μόνο όσον αφορά τις διοικητικές και υποστηρικτικές λειτουργίες, διότι ο μοναδικός χαρακτήρας των βασικών δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εμποδίζει τη χρήση του ως ειδικού σημείου αναφοράς για τον επιχειρησιακό τομέα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>29.</NO.P>εκτιμά τις προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να βελτιώσει το περιβάλλον εσωτερικού ελέγχου· παρατηρεί ότι το 2024 θεσπίστηκε ένα σύνολο προτύπων συμπεριφοράς, διαδικασιών και δομών· καλεί την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να αντιμετωπίσει το συντομότερο δυνατόν τα ζητήματα που εξακολουθούν να εκκρεμούν, όσον αφορά την πολιτική για τη σύγκρουση συμφερόντων, την πολιτική μάθησης και ανάπτυξης, την πολιτική εσωτερικής κινητικότητας, την πολιτική διαχείρισης τρωτών σημείων και ενημερώσεων κώδικα, τον σχεδιασμό διαδοχής και τις διαδικασίες εξόδου·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>30.</NO.P>σημειώνει ότι η αυτοαξιολόγηση των εσωτερικών ελέγχων του 2024 βασίστηκε στην αξιολόγηση των δεικτών εσωτερικού ελέγχου και της ανάπτυξης της στρατηγικής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την καταπολέμηση της απάτης για την περίοδο 2023-2025, καθώς και στα αποτελέσματα της πολιτικής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τη διαχείριση κινδύνων και των εκ των υστέρων ελέγχων· εκτιμά ότι, όσον αφορά την αξιολόγηση των συνιστωσών εσωτερικού ελέγχου, από τα 71 κριτήρια συμμόρφωσης, 55 (77 %) έχουν εφαρμοστεί πλήρως, ενώ 15 (22 %) εφαρμόζονται εν μέρει και απαιτούν περαιτέρω ανάπτυξη και μόνο ένα κριτήριο (1 %) δεν έχει ακόμη εφαρμοστεί σε μεγάλο βαθμό· παρατηρεί ότι, μεταξύ των 11 ανοικτών πορισμάτων, 10 αποτελούν στοιχεία παρακολούθησης από προηγούμενες αξιολογήσεις και 1 αποτελεί ζήτημα που εντοπίστηκε πρόσφατα το 2024, ενώ τέσσερις ελλείψεις που επισημάνθηκαν στην αξιολόγηση του 2023 έχουν αποκατασταθεί πλήρως·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>31.</NO.P>προσυπογράφει τις συνεχείς προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τη βελτίωση των ελέγχων κινδύνων και την προορατική αντιμετώπιση τόσο των υφιστάμενων όσο και των αναδυόμενων κινδύνων· πιστεύει ότι οι δραστηριότητες ελέγχου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας παρέχουν επαρκές επίπεδο διασφάλισης σχετικά με τον μετριασμό των κινδύνων και σημειώνει ότι, το 2024, ο υπεύθυνος εσωτερικού ελέγχου ηγήθηκε μιας σειράς εργαστηρίων με τα σχετικά διοικητικά στελέχη με στόχο την αξιολόγηση των κινδύνων, συμπεριλαμβανομένων των αναδυόμενων κινδύνων και των κινδύνων που σχετίζονται με απάτη, με αποτέλεσμα τον προσδιορισμό νέων αναδυόμενων κινδύνων, κυρίως στις ψηφιακές υπηρεσίες, την ασφάλεια και τις επιχειρησιακές δραστηριότητες, που αντικατοπτρίζουν το εξελισσόμενο τοπίο των κινδύνων·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>32.</NO.P>σημειώνει ότι η στρατηγική της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την καταπολέμηση της απάτης για την περίοδο 2023-2025, η οποία επικαιροποιήθηκε το 2023 σύμφωνα με τις απαιτήσεις που ορίζονται στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939 και στους δημοσιονομικούς κανόνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, συνδέεται με σχέδιο δράσης που αποτελεί μέρος του περιβάλλοντος εσωτερικού ελέγχου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, παρακολουθείται ετησίως και επανεξετάστηκε το 2024· παρατηρεί ότι, το 2024, η εφαρμογή επικεντρώθηκε στην ευαισθητοποίηση με τη διοργάνωση 17 σεμιναρίων κατάρτισης σχετικά με το δεοντολογικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τη στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης και τον κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς, διασφαλίζοντας ευρεία συμμετοχή του προσωπικού· εκφράζει την ικανοποίησή του για την έγκριση της διαδικασίας καταγγελίας δυσλειτουργιών, η οποία πραγματοποιήθηκε στις αρχές του 2025· παρατηρεί ότι, εν αναμονή της έγκρισης ολοκληρωμένης πολιτικής για τις συγκρούσεις συμφερόντων, εξακολουθούν να ισχύουν υποχρεώσεις και διαδικασίες δήλωσης για τα ανώτερα διοικητικά στελέχη και το προσωπικό που συμμετέχει σε χρηματοοικονομικά δίκτυα, δημόσιες συμβάσεις και προσλήψεις· ζητεί την ταχεία έγκριση μιας ολοκληρωμένης πολιτικής για τις συγκρούσεις συμφερόντων, προκειμένου να διασφαλιστεί η εμπιστοσύνη του κοινού στο πλαίσιο ακεραιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>33.</NO.P>σημειώνει ότι, όσον αφορά τα ερευνητικά και εισαγγελικά της καθήκοντα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία επανασχεδίασε τις εσωτερικές διαδικασίες που εφαρμόζονται για τη στήριξη των ερευνών της, μεταξύ άλλων με την ανάπτυξη εργαλείων για τη βελτίωση της αποδοτικότητας της επεξεργασίας πληροφοριών και της συνδεσιμότητας με πολλαπλούς εταίρους, την ανάπτυξη ειδικού λογισμικού, τη βελτίωση της ποιότητας των μεταφραστικών υπηρεσιών και τη μείωση των αναγκών ανθρώπινης μετάφρασης και του σχετικού κόστους και τη διερεύνηση τρόπων με τους οποίους η ΤΝ μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την καλύτερη διαχείριση του τεράστιου όγκου πληροφοριών που επεξεργάζεται, αξιολογώντας τους τόσο από τεχνική όσο και από νομική και δεοντολογική άποψη· εκτιμά, στο πλαίσιο αυτό, τις προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τη δημιουργία ΒΔΕ που συνδέονται με το ιδιαίτερο επιχειρηματικό μοντέλο της· επικροτεί την ανάληψη πρωτοβουλιών για τη βελτίωση της υποβολής εκθέσεων για τα αποτελέσματα και υπογραμμίζει τη σημασία της έγκαιρης, ακριβούς και διαφανούς υποβολής εκθέσεων προς το Κοινοβούλιο, ώστε να καταδεικνύεται ο αντίκτυπος των δράσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας όσον αφορά την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης· επιμένει ότι υπάρχει ακόμα ανάγκη υποβολής εκθέσεων σχετικά με τα ποσά που κατάσχονται, δημεύονται και τελικά ανακτώνται στον προϋπολογισμό της Ένωσης, η διασφάλιση των οποίων αποτελεί ουσιαστικά τον λόγο ύπαρξης της αρχιτεκτονικής της Ένωσης για την καταπολέμηση της απάτης, της οποίας η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αποτελεί σημαντική συνιστώσα·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>34.</NO.P>κατανοεί ότι οι δράσεις εποπτείας και παρακολούθησης, συμπεριλαμβανομένης της υποβολής εκθέσεων σχετικά με τα αποτελέσματα της ανάκαμψης, δεν εμπίπτουν στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και απαιτούν πόρους και ειδικά προνόμια· επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την Επιτροπή να καθορίσει, στο πλαίσιο της αναθεώρησης της αρχιτεκτονικής για την καταπολέμηση της απάτης, τα πλέον κατάλληλα χαρακτηριστικά για τη διασφάλιση συνεχούς ροής δεδομένων και πληροφοριών που θα καθιστά δυνατή την ορθή ανάλυση· τονίζει ότι ένα ενισχυμένο σύστημα παρακολούθησης και πιο λεπτομερή στοιχεία, ταξινομημένα ανά είδος παράβασης, τομέα ή γεωγραφική περιοχή, είναι απαραίτητα για τον προσδιορισμό μοτίβων απάτης και θα καθιστούσαν πιο απτό τον αντίκτυπο των ερευνών της Εισαγγελίας της ΕΕ·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>35.</NO.P>σημειώνει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει εγκρίνει το σχέδιο επιχειρησιακής συνέχειάς της· ενθαρρύνει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να εγκρίνει επίσης την ψηφιακή στρατηγική της και την πολιτική διαχείρισης τρωτών σημείων και ενημερώσεων κώδικα (αμφότερες βρίσκονται επί του παρόντος σε στάδιο κατάρτισης)· παρατηρεί ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εξακολουθεί να σημειώνει πρόοδο όσον αφορά την ανάπτυξη ΒΔΕ, οι οποίοι δεν έχουν ακόμη καθοριστεί για συγκεκριμένο τομέα, και όσον αφορά τη διαρθρωμένη αξιολόγηση των επιπέδων ανοχής κινδύνου·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>36.</NO.P>τονίζει την απότομη και συνεχή αύξηση των αναφορών εγκλημάτων που υποβλήθηκαν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, οι οποίες ανήλθαν σε 6 547 έως τις 31 Δεκεμβρίου 2024 (56 % περισσότερες από ό,τι το 2023 όπου ήταν 4 187), με αποτέλεσμα την έναρξη 1 504 ερευνών (σχεδόν 10 % περισσότερες από ό,τι το 2023, όταν η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κίνησε 1 371 έρευνες, αριθμός που αντιστοιχεί σε 58 % περισσότερες από ό,τι το 2022)· παρατηρεί ότι η αύξηση αυτή οφείλεται κυρίως σε εκθέσεις ιδιωτικών φορέων (4 623, αριθμός κατά 85 % υψηλότερος από ό,τι το 2023 και σημαντικά υψηλότερος από το εύρος του δείκτη επιδόσεων), καθώς και σε εκθέσεις εθνικών αρχών (1 760, αριθμός κατά 12 % υψηλότερος από ό,τι το 2023)· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι, μεταξύ των θεσμικών και λοιπών οργάνων και οργανισμών της Ένωσης, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έλαβε το 2024 μόνο 113 αναφορές εγκλημάτων (108 το 2023), τον μεγαλύτερο αριθμό εκ των οποίων (59) από την OLAF (72 το 2023)· υποστηρίζει ότι, σε σύγκριση με την αυξανόμενη τάση παρατυπιών και απάτης, το επίπεδο εντοπισμού εξακολουθεί να μην είναι το βέλτιστο, γεγονός που υποδηλώνει ότι δεν έχει επιτευχθεί σημαντική βελτίωση όσον αφορά τον εντοπισμό και την υποβολή αναφορών·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>37.</NO.P>υπογραμμίζει ότι, στις 31 Δεκεμβρίου 2024, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είχε 2 666 έρευνες σε εξέλιξη (περίπου 38 % περισσότερες από ό,τι το 2023 όπου ήταν 1 927) και ότι το ποσοστό των διασυνοριακών υποθέσεων, που αφορούν διάφορες χώρες, ήταν σταθερό (29 % το 2024 και 28 % το 2023)·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>38.</NO.P>τονίζει την αυξανόμενη εκτίμηση των ζημιών, η οποία στο τέλος του 2024 ανήλθε, σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, σε 24,8 δισεκατομμύρια EUR (19,27 δισεκατομμύρια EUR το 2023 σε σύγκριση με 14,1 δισεκατομμύρια EUR το 2022 και 5,4 δισεκατομμύρια EUR το 2021), εκ των οποίων το 53 % αφορά απάτη στον τομέα του ΦΠΑ (13,15 δισεκατομμύρια EUR)·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>39.</NO.P>τονίζει το αυξανόμενο επίπεδο επιδόσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, όπως επιβεβαιώνεται από τον αυξανόμενο αριθμό απαγγελιών κατηγοριών (205 το 2024 σε σύγκριση με 139 το 2023, 87 το 2022 και 5 το 2021) και αποφάσεων δέσμευσης που ελήφθησαν (το 2024 για 2,42 δισεκατομμύρια EUR σε σύγκριση με 1,5 δισεκατομμύρια EUR το 2023, 359,1 εκατομμύρια EUR το 2022 και 147 εκατομμύρια EUR το 2021)· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η απουσία σαφούς και εκτελεστού πλαισίου για την παρακολούθηση και την υποβολή εκθέσεων για τα κατασχεθέντα και ανακτηθέντα ποσά εξακολουθεί να εμποδίζει την πλήρη αξιολόγηση των δημοσιονομικών επιπτώσεων των ερευνών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας· επαναλαμβάνει την έκκλησή του για νομοθετικές και δημοσιονομικές λύσεις προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τα ποσά που ανακτώνται μετά από έρευνες υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εντοπίζονται, δηλώνονται και επιστρέφονται αποτελεσματικά στον προϋπολογισμό της Ένωσης· παρατηρεί ότι 102 ποινικές υποθέσεις περατώθηκαν το 2024 με δικαστική καταδίκη (48 υποθέσεις το 2023 σε σύγκριση με 20 υποθέσεις το 2022)· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι η έλλειψη σαφούς κανονιστικού πλαισίου εμπόδισε την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να παράσχει επικαιροποιημένα και αξιόπιστα δεδομένα σχετικά με τη δήμευση για το έτος 2024 (υπενθυμίζοντας ότι το 2023 δημεύτηκαν 60 εκατομμύρια EUR σε σύγκριση με 2 εκατομμύρια EUR το 2022)·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>40.</NO.P>εκφράζει την ανησυχία του για τον αριθμό των ερευνών που κινήθηκαν σχετικά με την εφαρμογή του ΜΑΑ· υπογραμμίζει ότι, έως το τέλος του 2024, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία χειριζόταν 311 ενεργές υποθέσεις που σχετίζονται με το NextGenerationEU, εκ των οποίων οι 307 προέρχονταν από τον ΜΑΑ (233 στο τέλος του 2023), αριθμός που αντιστοιχεί περίπου στο 17 % του συνόλου των εν εξελίξει ερευνών για απάτη στον τομέα των δαπανών και σε εκτιμώμενο ποσό ζημίας ύψους 2,8 δισεκατομμυρίων EUR για τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης (ποσό που αντιστοιχεί στο 30 % της συνολικής εκτιμώμενης ζημίας για απάτη στον τομέα των δαπανών, σε σύγκριση με 25 % το 2023)· παρατηρεί ότι οι έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σχετικά με την απάτη που επηρεάζει τον ΜΑΑ αποκαλύπτουν σημαντικές ανισότητες μεταξύ των κρατών μελών, οι οποίες αντικατοπτρίζουν αποκλίσεις στην κατανομή των κονδυλίων, στις ικανότητες εντοπισμού εγκλημάτων και στην ποικιλομορφία των συστημάτων απάτης που διαπράττονται· εκφράζει την ανησυχία του για την έλλειψη υποχρέωσης των κρατών μελών να αναφέρουν τις υποθέσεις του ΜΑΑ στην Επιτροπή μέσω του συστήματος διαχείρισης παρατυπιών (IMS), γεγονός που εμποδίζει τη διαρθρωμένη παρακολούθηση και την ανάλυση κινδύνων των υποθέσεων του ΜΑΑ· τονίζει τη σημασία της συνεργασίας μεταξύ των εθνικών αρχών, της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της Επιτροπής, ώστε να βελτιωθεί η διαρθρωμένη υποβολή αναφορών· εκφράζει την ανησυχία του για το γεγονός ότι η αναφορά υποθέσεων από θεσμικά όργανα της Ένωσης, συμπεριλαμβανομένης της Επιτροπής, δεν αντιπροσωπεύει καν το 3 %, γεγονός που εγείρει περαιτέρω ανησυχίες σχετικά με την ικανότητα της Επιτροπής να εποπτεύει τον ΜΑΑ· καλεί την Επιτροπή να αντιμετωπίσει επειγόντως αυτές τις ελλείψεις και, σε συνεργασία με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, να βελτιώσει τη διαλειτουργικότητα των συστημάτων υποβολής αναφορών και να αποσαφηνίσει τους ρόλους ώστε να διασφαλιστεί η αυστηρή παρακολούθηση των παρατυπιών που σχετίζονται με τον ΜΑΑ·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>41.</NO.P>επαναλαμβάνει ότι ο φόρτος εργασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ο οποίος αρχικά υποτιμήθηκε, έχει αυξηθεί σημαντικά και αναμένεται να συνεχίσει να αυξάνεται, ιδίως σε υποθέσεις που σχετίζονται με τον ΜΑΑ· κατανοεί ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κοινοποιεί τα εγκληματικά μοτίβα που εντοπίζονται στις έρευνές της στα κράτη μέλη, στην Επιτροπή και στην ειδική ομάδα για την ανάκαμψη και την ανθεκτικότητα, με στόχο την ενίσχυση της πρόληψης και του εντοπισμού και τον μετριασμό του κινδύνου απάτης· σημειώνει ότι, αν και οι υπό διερεύνηση υποθέσεις καλύπτουν διάφορους τομείς και πρωτοβουλίες που αφορούν συγκεκριμένα τον ΜΑΑ, υπάρχει το κοινό χαρακτηριστικό της συμμετοχής του οργανωμένου εγκλήματος κάθε φορά που το σύστημα απάτης οργανώνεται σε μεγάλη κλίμακα και διασφαλίζει παράνομο κέρδος υψηλής αξίας·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>42.</NO.P>παρατηρεί ότι περίπου το 6 % των αδικημάτων που διερευνήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έως το τέλος του 2024 αφορούσε τη συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση, η οποία εστίασε την εγκληματική της δραστηριότητα στη διάπραξη εγκληματικής δραστηριότητας που προβλέπεται στην οδηγία (ΕΕ) 2017/1371 (έγκλημα που σχετίζεται με ΠΟΣ)· επαναλαμβάνει ότι μόνο η ενισχυμένη συνεργασία μεταξύ των συνιστωσών της αρχιτεκτονικής για την καταπολέμηση της απάτης μπορεί να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά την εν λόγω δόλια συμπεριφορά και να διασφαλίσει τα επιτεύγματα των στόχων του ΜΑΑ και των πολιτικών της Ένωσης γενικότερα· πιστεύει ότι μόνο η κοινή συντονισμένη ανάπτυξη δικαστικών και διοικητικών μέτρων μπορεί να προστατεύσει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης και επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την Επιτροπή να παράσχει επαρκή στήριξη στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία σχετικά με τον τρόπο προώθησης της έγκρισης των διορθωτικών μέτρων που έπονται της ανεξάρτητης έρευνας και άσκησης δίωξης από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για εγκλήματα που επηρεάζουν τον ΜΑΑ· ζητεί ένα ενισχυμένο πλαίσιο συντονισμού με τη συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, της Επιτροπής και των κρατών μελών, με στόχο την ενίσχυση της έρευνας και της πρόληψης της απάτης στο πλαίσιο του ΜΑΑ, τη διασφάλιση της συστηματικής παρακολούθησης των ερευνών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και τη βελτίωση της ανταλλαγής σχετικών πληροφοριών· παροτρύνει την Επιτροπή να τηρεί ενήμερη την αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή της Ένωσης σχετικά με το αποτέλεσμα της δράσης της·</P></ACTION></ACTLST><ACTLST><ACTINIT><STRING BOLD="on"><STRING ITALIC="on">Ανθρώπινοι πόροι, ευημερία του προσωπικού και ισότητα</STRING></STRING></ACTINIT><ACTION><P><NO.P>43.</NO.P>σημειώνει ότι, το 2024, η ανοδική τάση του αριθμού του προσωπικού διατηρήθηκε και ανήλθε συνολικά σε 258 υπαλλήλους στο τέλος του 2024 (από 58 το 2020, σε 122 το 2021, 217 το 2022 και 238 έως το τέλος του 2023), σημειώνοντας αύξηση λίγο υψηλότερη από 9,5 %· επαινεί το υψηλό ποσοστό απασχόλησης, περίπου στο 96 % (ήταν περίπου 93 % στα τέλη του 2023) για όλες τις κατηγορίες εκτός από τους αποσπασμένους εθνικούς εμπειρογνώμονες, όπου ανέρχεται σε 83 %· παρατηρεί ότι, το 2024, ο αριθμός των εξωτερικών παρόχων υπηρεσιών (32) και των εσωτερικών (10) παρέμεινε σχεδόν αμετάβλητος (σε σύγκριση με 34 και 9, αντίστοιχα, το 2023).</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>44.</NO.P>εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι, το 2024, βελτιώθηκαν οι διοικητικές ικανότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στον τομέα των προσλήψεων και ότι 50 διαδικασίες επιλογής ήταν υπό εποπτεία (το 2023 πραγματοποιήθηκαν 24 διαδικασίες επιλογής), παράλληλα με την ένταξη 47 νέων μελών του προσωπικού (σε σύγκριση με 45 το 2023), 6 αποσπασμένων εθνικών εμπειρογνωμόνων και 6 ασκουμένων· αναγνωρίζει τις δύσκολες συνθήκες πρόσληψης στο Λουξεμβούργο που συνδέονται με το υψηλό κόστος ζωής, ιδίως όσον αφορά την πρόσληψη ατόμων σε χαμηλότερους βαθμούς, στους οποίους η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία υπογραμμίζει τον μικρό αριθμό αιτούντων, το υψηλό ποσοστό απόρριψης των προσφορών που υποβάλλονται στους επιτυχόντες υποψηφίους και τη χρόνια πολύ περιορισμένη δεξαμενή ταλέντων με μικρή προσφορά εξειδικευμένων δεξιοτήτων· υπογραμμίζει ότι οι πιο περιορισμένες ευκαιρίες τηλεργασίας, σε σύγκριση με ό,τι προσφέρουν άλλοι εργοδότες, θα μπορούσαν επίσης να έχουν ως αποτέλεσμα να καταστούν οι θέσεις λιγότερο ελκυστικές· επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και την Επιτροπή να προσδιορίσουν περαιτέρω μέτρα που θα μπορούσαν να ενισχύσουν την ελκυστικότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για επαγγελματίες υψηλής ειδίκευσης με διεθνή πείρα·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>45.</NO.P>γνωρίζει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ζήτησε 419 θέσεις στον πίνακα προσωπικού της έως το τέλος του 2024 και ότι αντ’ αυτού χορηγήθηκαν 289 θέσεις· τονίζει ότι οι θέσεις που ζητήθηκαν ήταν 513 το 2025 και ότι, και πάλι, χορηγήθηκαν μόνο 307, αυξάνοντας το χάσμα μεταξύ των απαιτούμενων πόρων και εκείνων που διατέθηκαν· συμφωνεί με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ότι, χωρίς την αιτούμενη αύξηση του προσωπικού, η ικανότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να εκπληρώνει αποτελεσματικά την εντολή της, σύμφωνα με τις προσδοκίες των πολιτών της Ένωσης, μειώνεται σημαντικά, η συσσώρευση εκκρεμών υποθέσεων θα συνεχίσει να αυξάνεται, η απονομή της δικαιοσύνης σε περιπτώσεις απάτης εις βάρος των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης θα καθυστερήσει και η καταπολέμηση των ομάδων οργανωμένου εγκλήματος, της υπεξαίρεσης δημόσιων πόρων και της ζημίας των ευρωπαϊκών οικονομιών θα είναι σαφώς λιγότερο αποτελεσματική· σημειώνει τις παρατηρήσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σχετικά με την αυξανόμενη τάση συσσώρευσης πίστωσης χρόνου εργασίας από το προσωπικό ως συνέπεια των περιορισμένων πόρων και του αυξημένου ατομικού φόρτου εργασίας, η οποία ενδέχεται να δημιουργήσει κινδύνους για την ανθεκτικότητα των εργαζομένων, καθώς και πιθανή αύξηση της εναλλαγής προσωπικού· υπογραμμίζει, ως εκ τούτου, την ανάγκη να εφοδιαστεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με επαρκές προσωπικό και δημοσιονομικούς πόρους σε συμφωνία με τα καθήκοντα που της έχουν ανατεθεί·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>46.</NO.P>εκτιμά το γεγονός ότι η κατανομή του προσωπικού σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι προσανατολισμένη στη μεγιστοποίηση των επιδόσεων και σημειώνει ότι, έως το τέλος του 2024, από τις 412 θέσεις, οι 319 αφορούσαν τις επιχειρησιακές δραστηριότητες, δηλαδή πάνω από το 77 % (σε σύγκριση με 80 % το 2023), έναντι 18 % που αφορούσε διοικητικά καθήκοντα (σε σύγκριση με 14 % το 2023), σύμφωνα με την προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την ιεράρχηση των επιχειρησιακών δραστηριοτήτων· παρατηρεί, ωστόσο, ότι το ποσοστό του προσωπικού που διατίθεται σε διοικητικά και υποστηρικτικά καθήκοντα έχει αυξηθεί· κατανοεί ότι αυτό οφείλεται κυρίως σε ορισμένες πρόσφατες αλλαγές στην πολιτική της Επιτροπής, όπως η διακοπή των υπηρεσιών ΤΠ, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να υποχρεωθεί η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να διεκπεραιώνει τα πλέον κρίσιμα καθήκοντα με το δικό της προσωπικό, το οποίο, ως εκ τούτου, ανατέθηκε σε μη επιχειρησιακές θέσεις·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>47.</NO.P>υποστηρίζει ότι οι προοπτικές του φόρτου εργασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας θα απαιτήσουν περαιτέρω πόρους· επισημαίνει ότι ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός υποθέσεων που σχετίζονται με τον ΜΑΑ και την απάτη στον τομέα του ΦΠΑ, καθώς και η πολυπλοκότητα των ερευνών που αφορούν διασυνοριακές επιχειρήσεις οργανωμένου εγκλήματος, θα επιφέρουν επίσης αυξανόμενο φόρτο εργασίας στις διοικητικές και κεντρικές λειτουργίες υποστήριξης που είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας· εκφράζει την ανησυχία του για τον κίνδυνο υποτίμησης των αναγκών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και υπερτίμησης των ικανοτήτων της να αντιδρά αποτελεσματικά στις αυξανόμενες απαιτήσεις·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>48.</NO.P>παρατηρεί ότι, έως τον Δεκέμβριο του 2024, το ποσοστό του προσωπικού που αποχώρησε οικειοθελώς από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία (από την αρχή του έτους) ανήλθε σε 2,8 %, ποσοστό που σηματοδοτεί περιορισμένη εναλλαγή 6 υπαλλήλων το 2024 (σε σύγκριση με 11 το 2023, ή 4,62 %), η οποία σχετίζεται κυρίως με την επιλογή των ενδιαφερόμενων μελών του προσωπικού να μεταβούν σε άλλες οντότητες της Ένωσης, σε τοπικό επίπεδο ή στο εξωτερικό, που προσφέρουν καλύτερους όρους πρόσληψης· παρατηρεί ότι η επαρκής προσοχή στην ευημερία του προσωπικού επιβεβαιώνεται επίσης από τις πολυάριθμες πρωτοβουλίες που προγραμματίστηκαν για το 2024 (και, στη συνέχεια, εκτελέστηκαν σε μεγάλο βαθμό το 2025) σχετικά με την εφαρμογή του επιδόματος στέγασης, την κατάρτιση και την επαγγελματική εξέλιξη, που επιτρέπουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να προσφέρει ένα πιο ανταγωνιστικό πακέτο σύμφωνα με εκείνα των άλλων θεσμικών οργάνων στο Λουξεμβούργο· σημειώνει ότι ο αριθμός των μακροχρόνιων αναρρωτικών αδειών είναι επίσης πολύ περιορισμένος·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>49.</NO.P>σημειώνει ότι το 2024 άρχισε να αναπτύσσεται μια πολιτική ευημερίας με στόχο την περαιτέρω ενίσχυση της ικανοποίησης του προσωπικού στην εργασία και την προώθηση προστατευτικών για την υγεία παραγόντων· χαιρετίζει, στο πλαίσιο αυτό, τη συμφωνία με την ψυχοκοινωνική υπηρεσία της Επιτροπής για την παροχή δωρεάν ψυχοκοινωνικής συμβουλευτικής από ειδικούς διαφόρων ειδικοτήτων για όλο το προσωπικό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας· εκτιμά τις περαιτέρω πρωτοβουλίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για την προώθηση της ευημερίας του προσωπικού, όπως οι εσωτερικές και εξωτερικές διαδικασίες επιλογής που επέτρεψαν, το 2024, σε 10 μέλη του προσωπικού να επωφεληθούν από εσωτερικές μετακινήσεις σταδιοδρομίας, και η αναθεώρηση των όρων πρόσληψης, οι οποίοι τελικά τροποποιήθηκαν στο τέλος του 2024, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στο προσωπικό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να επωφεληθεί από σταδιοδρομία με όρους πρόσληψης αορίστου χρόνου νωρίτερα απ’ ό,τι στο παρελθόν·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>50.</NO.P>επισημαίνει ότι, στα τέλη του 2023, επικαιροποιήθηκαν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία νέες κατευθυντήριες γραμμές σχετικά με την έννοια του τόπου τηλεργασίας, με αποτέλεσμα το 2024 να αυξηθεί η αυτονομία του προσωπικού· παρατηρεί ότι, έκτοτε, συνεχίζεται ο διάλογος με το προσωπικό, ο οποίος όμως δεν οδήγησε σε περαιτέρω προσαρμογές το 2024· υπενθυμίζει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία εφαρμόζει ένα σύστημα ελαστικού ωραρίου και ένα τυποποιημένο σύστημα εργασίας από το σπίτι, το οποίο προβλέπει μία ημέρα τηλεργασίας την εβδομάδα ως βάση και τρεις ημέρες κατ’ ανώτατο όριο εβδομαδιαίως, καθώς και παρατάσεις που γίνονται δεκτές υπό το πρίσμα σοβαρών περιορισμών που σχετίζονται με την υγεία ή την οικογένεια· σημειώνει ότι το ισχύον πλαίσιο περιλαμβάνει επίσης 10 ημέρες εργασίας εκτός του τόπου απασχόλησης σε ένα δεδομένο έτος, οι οποίες δεν πρέπει να συνδυάζονται με άλλες ημέρες άδειας· υποστηρίζει ότι οι τρέχουσες συνθήκες εργασίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας επιτρέπουν στο προσωπικό να αξιοποιεί ψηφιακές λύσεις ενσωματώνοντας ένα καλό επίπεδο αυτονομίας στη διαχείριση του ωραρίου εργασίας, διευκολύνοντας τον συνδυασμό ιδιωτικής και επαγγελματικής ζωής και ενισχύοντας το ηθικό και το ομαδικό πνεύμα, για τα οποία διενεργήθηκε εκτίμηση επιπτώσεων μέσω συνεχούς αλληλεπίδρασης με το προσωπικό και την επιτροπή προσωπικού (η οποία περιλαμβάνει την παρακολούθηση και τις αναθεωρήσεις εν γένει)·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>51.</NO.P>σημειώνει με ικανοποίηση ότι, το 2024 και το 2025, επιτεύχθηκε επαρκής ισορροπία μεταξύ των φύλων σε διοικητικές θέσεις (4 γυναίκες, 5 άνδρες) με διορισμούς του υποεκπροσωπούμενου φύλου στις μεσαίες και ανώτερες διοικητικές θέσεις· παρατηρεί, όσον αφορά τη γεωγραφική ισορροπία, ότι οι 26 ιθαγένειες της ΕΕ εκπροσωπούνται στο προσωπικό της σε διαφορετικό βαθμό, με ορισμένες ιθαγένειες να εκπροσωπούνται περισσότερο από άλλες· καλεί την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να ολοκληρώσει τη στρατηγική της για τη διαφορετικότητα και τη συμπερίληψη, η εφαρμογή της οποίας αποφασίστηκε το 2023·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>52.</NO.P>αναγνωρίζει ότι η πρώτη γραμμή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αποτελείται από τους ΕΕΕ που εργάζονται σε αποκεντρωμένο επίπεδο σε 24 διαφορετικά κράτη μέλη· σημειώνει ότι, από τις 31 Δεκεμβρίου 2024, τα γραφεία των ΕΕΕ βρίσκονται σε 44 πόλεις σε 22 κράτη μέλη· παρατηρεί ότι, έως το τέλος του 2024, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είχε διορίσει 166 ΕΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη ότι δέκα ΕΕΕ από τη Σουηδία (2) και την Πολωνία (8) διορίστηκαν τον Δεκέμβριο του 2024, αλλά ξεκίνησαν επιχειρησιακές δραστηριότητες μόλις τον Ιανουάριο του 2025· υπενθυμίζει ότι είναι σημαντικό να διασφαλιστεί η πλήρης ανεξαρτησία των ΕΕΕ, με βάση μια αξιοκρατική και αντικειμενική διαδικασία διορισμού σύμφωνα με το άρθρο 17 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 και την αρχή της εθνικής διαδικαστικής αυτονομίας·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>53.</NO.P>υπογραμμίζει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είχε αναφέρει ως στόχο συνολικά 172 ΕΕΕ που έπρεπε να διοριστούν έως το τέλος του 2024, χωρίς να λαμβάνεται υπόψη οποιαδήποτε πρόσθετη ανάγκη που προκύπτει από τη διεύρυνση με την Πολωνία και τη Σουηδία· επισημαίνει ότι η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή της Ένωσης συμφώνησε να αυξήσει τον αριθμό των ΕΕΕ από 140 σε 166 μόνο με τη διάθεση 24 ΕΕΕ στην Πολωνία και 2 στη Σουηδία· τονίζει ότι η αρμόδια για τον προϋπολογισμό αρχή της Ένωσης συνέχισε να χορηγεί πόρους για την κάλυψη των αποδοχών των ΕΕΕ που αντιστοιχούν στην καταβολή του 80 % του μισθού AD9, αντί του 100 % του μισθού AD9, όπως αποφάσισε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προκειμένου να καταστήσει τη θέση ελκυστικότερη για τους ανώτερους εισαγγελείς που διαθέτουν επαρκή μακροχρόνια επαγγελματική πείρα για τον χειρισμό των πολύπλοκων υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας· κατανοεί ότι, λόγω του οικονομικού περιορισμού που προκύπτει από αυτό το κενό στους διατιθέμενους πόρους, έως το τέλος του 2024, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία μπόρεσε να τοποθετήσει, πέραν των 2 ΕΕΕ στη Σουηδία, μόνο 8 ΕΕΕ στην Πολωνία (αντί των 24 ΕΕΕ που απαιτούνταν) και 156 ΕΕΕ στα υπόλοιπα κράτη μέλη· σημειώνει ότι η επιβράδυνση της πρόσληψης πρόσθετων ΕΕΕ επηρεάζει αρνητικά την ικανότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να διευθύνει αυξανόμενο αριθμό ερευνών και διώξεων· σημειώνει περαιτέρω ότι, λόγω του χρηματοδοτικού κενού, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία χρειάστηκε επίσης να μειώσει ή να αναβάλει τις επενδύσεις στο σύστημα διαχείρισης υποθέσεων, γεγονός που δεν επιτρέπει στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να βελτιώσει την ικανότητά της να διευθύνει διασυνοριακές έρευνες· καλεί την Επιτροπή να αξιολογήσει την κατάσταση, λαμβάνοντας υπόψη τον αυξανόμενο φόρτο εργασίας και τον ευαίσθητο χαρακτήρα των εξεταζόμενων υποθέσεων, και να υποβάλει έκθεση στο Κοινοβούλιο σχετικά με τα αποτελέσματα και τις πιθανές λύσεις για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>54.</NO.P>υποστηρίζει ότι ο διορισμός των ΕΕΕ αποτελεί κοινή ευθύνη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των κρατών μελών, διότι, ενώ οι Ευρωπαίοι Εισαγγελείς προτείνονται από τα κράτη μέλη και στη συνέχεια διορίζονται από το Συμβούλιο, οι ΕΕΕ προτείνονται από τα κράτη μέλη και διορίζονται από το συλλογικό όργανο· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη να συμβάλουν στην πλήρη ανεξαρτησία των ΕΕΕ και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας· σημειώνει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προσπάθησε να βελτιώσει το εργασιακό καθεστώς των ΕΕΕ, προκειμένου να καταστεί η θέση πιο ελκυστική, για παράδειγμα με την ευθυγράμμιση της αμοιβής των ΕΕΕ με εκείνη των υπαλλήλων της Ένωσης με ισοδύναμο επίπεδο ευθύνης (AD9), αντί του 80 % του μισθού των υπαλλήλων της Ένωσης, όπως αποφασίστηκε αρχικά από την Επιτροπή, λαμβάνοντας υπόψη ότι η επαγγελματική εξέλιξη των ΕΕΕ στα εθνικά τους συστήματα παραμένει ασαφής και, σε αρκετές περιπτώσεις, ο εθνικός μισθός των πλέον έμπειρων εθνικών εισαγγελέων ήταν υψηλότερος από τον μισθό που προσφέρεται για τη θέση του ΕΕΕ, κάτι που υποχρέωσε την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να παρέμβει για την εφαρμογή του άρθρου 16 παράγραφος 1 του καθεστώτος απασχόλησης των ΕΕΕ, το οποίο προβλέπει ότι, σε περίπτωση συνολικών καθαρών αποδοχών χαμηλότερων από τον εθνικό μισθό, προβλέπεται συμπληρωματικό ποσό για να διασφαλιστεί ότι οι αποδοχές αντιστοιχούν στο προηγούμενο επίπεδο· επαναλαμβάνει την έκκλησή του τη χάραξη σαφούς πορείας επαγγελματικής εξέλιξης για τους ΕΕΕ και για την πρόβλεψη ευνοϊκότερων διοικητικών όρων όσον αφορά την κοινωνική ασφάλιση και την ασφαλιστική κάλυψη υγείας· επιμένει στη δημιουργία ειδικού καθεστώτος για τους ΕΕΕ, το οποίο θα συνάδει με τη φύση των δικαστικών καθηκόντων τους, και καλεί την Επιτροπή να προτείνει αντίστοιχα τροποποιήσεις στον κανονισμό (ΕΕ) 2017/1939, στο πλαίσιο της επικείμενης αναθεώρησής του, οι οποίες θα καλύπτουν επίσης το ζήτημα του κενού της κοινωνικής ασφάλισης και ασφαλιστικής κάλυψης υγείας των ΕΕΕ, το οποίο δεν έχει ακόμη αντιμετωπιστεί από όλα τα κράτη μέλη μέσω νομοθετικών ή διοικητικών ρυθμίσεων, παρόλο που η έγκρισή τους είναι υποχρεωτική βάσει του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>55.</NO.P>κατανοεί ότι, το 2024, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προτίμησε να διεξαγάγει εσωτερική έρευνα ικανοποίησης του προσωπικού αντί να καταφύγει σε εξωτερικό δαπανηρό πάροχο στο πλαίσιο της υφιστάμενης σύμβασης-πλαισίου, αλλά εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν εξασφαλίστηκε η συμμετοχή της επιτροπής προσωπικού, η οποία θα ήταν καταλληλότερη· σημειώνει ότι το προσωπικό αναφέρθηκε επανειλημμένα σε επαναλαμβανόμενα ζητήματα στην έρευνα, εστιάζοντας κυρίως στην ισορροπία μεταξύ επαγγελματικής και ιδιωτικής ζωής και στην ερμηνεία της προσβασιμότητας της τηλεργασίας από το εξωτερικό για οικογενειακούς ή προσωπικούς λόγους· σημειώνει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία αναφέρει ότι οι αυστηρές ρυθμίσεις της όσον αφορά την τηλεργασία αποτελούν ένα από τα πιθανά αντικίνητρα για τις προσλήψεις και ενθαρρύνει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να διερευνήσει περαιτέρω εναλλακτικές λύσεις οι οποίες —χωρίς να θίγουν την αποτελεσματικότητα των μεθόδων εργασίας της και να αμφισβητούν την εταιρική νοοτροπία— θα μπορούσαν να προσφέρουν αυξημένο επίπεδο αυτονομίας, το οποίο, με τη σειρά του, θα μπορούσε να αποφέρει υψηλότερο επίπεδο ικανοποίησης στο προσωπικό·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>56.</NO.P>σημειώνει ότι, κατά τη διάρκεια του 2024, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατέγραψε 1 504 εκδηλώσεις ενδιαφέροντος για προγράμματα κατάρτισης, εκ των οποίων 851 ολοκληρώθηκαν επιτυχώς, αριθμός που αντιστοιχεί σε συνολικά 13 984 ώρες κατάρτισης, οι οποίες ισοδυναμούν με 1 865 ημέρες κατάρτισης τόσο για εσωτερικά όσο και για εξωτερικά μαθήματα· παρατηρεί ότι, όσον αφορά την εξειδικευμένη εξωτερική κατάρτιση σε νομικά και διοικητικά θέματα, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατέγραψε 42 εκδηλώσεις ενδιαφέροντος για προγράμματα κατάρτισης, εκ των οποίων 22 βρίσκονται σε εξέλιξη και ολοκληρώθηκαν επιτυχώς 17, που αντιστοιχούν σε 992 ώρες κατάρτισης, ήτοι σε 132 ημέρες κατάρτισης·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>57.</NO.P>σημειώνει ότι και το 2024 οι στρατηγικές κατάρτισης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ήταν σύμφωνες και συναφείς με την αποστολή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, καθώς στόχευαν τους επιχειρησιακούς (επιχειρησιακά εργαστήρια και άλλη κατάρτιση) και διοικητικούς (κατάρτιση στο πλαίσιο των ΣΕΥ, στον τομέα των ψηφιακών υπηρεσιών, στον τομέα της ασφάλειας και σε πολλούς άλλους ποικίλους τομείς) τομείς, ανάλογα με τις ανάγκες του οργανισμού· κατανοεί ότι το 2024 η κατάρτιση επικεντρώθηκε σε τομείς όπως η ασφάλεια, η προστασία (ασφάλεια των πληροφοριών και γενική ευαισθητοποίηση σχετικά με την ασφάλεια των ΤΠΕ), η δεοντολογία, η βιωσιμότητα (πράσινες δημόσιες συμβάσεις και κλιματικός κίνδυνος) και η ενίσχυση των ψηφιακών δεξιοτήτων (που ήταν επίσης σημαντικές στο πλαίσιο της προετοιμασίας για το έργο αυτονομίας ΤΠ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που τελικά επιτεύχθηκε το 2025)· εκφράζει την ικανοποίησή του για την προσέγγιση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να προσαρμόσει το περιεχόμενο της προσφοράς κατάρτισης αυστηρά στον ρόλο, τις αρμοδιότητες και τους βαθμούς του πληθυσμού-στόχου, με την παροχή μικρών ενημερωτικών συνεδριών σε συγκεκριμένες ομάδες κατόπιν ad hoc αιτημάτων με έμφαση σε καθορισμένα σημεία (π.χ. ο ρόλος των έμπιστων συμβούλων)·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>58.</NO.P>παρατηρεί ότι το προσωπικό ενημερώθηκε δεόντως σχετικά με τις ευκαιρίες κατάρτισης μέσω του ενδοδικτύου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, με την παροχή, μεταξύ άλλων, περιεχομένου για νέους συμμετέχοντες και άλλους φιλικούς προς τον χρήστη πόρους· εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η προσφορά κατάρτισης το 2024 έτυχε θετικής υποδοχής και ότι, για παράδειγμα, έως το τέλος του 2024, το 86,2 % του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (μόνιμο και λοιπό προσωπικό, αποσπασμένοι εθνικοί εμπειρογνώμονες και εσωτερικοί ανάδοχοι) είχε παρακολουθήσει την κατάρτιση σχετικά με την πολιτική για την καταπολέμηση της απάτης, ενώ, όσον αφορά τις δράσεις κατά της παρενόχλησης και της καταγγελίας δυσλειτουργιών, το 2024 δύο γενικοί κύκλοι μαθημάτων με σχετικό περιεχόμενο απευθύνθηκαν στο γενικό προσωπικό (34 και 16 συμμετέχοντες αντίστοιχα) και μία πραγματοποιήθηκε για τα διοικητικά στελέχη (9 συμμετέχοντες) και τα μέλη του συλλογικού οργάνου (6 συμμετέχοντες)·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>59.</NO.P>εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι το 2024 δεν αναφέρθηκε καμία περίπτωση επαγγελματικής εξουθένωσης· σημειώνει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει ενθαρρύνει μέτρα που επιδιώκουν να αντισταθμίσουν τον συνεχώς αυξανόμενο φόρτο εργασίας με στόχο τη μείωση του κινδύνου επαγγελματικής εξουθένωσης· παρατηρεί, ωστόσο, ότι το 2024 δεν διενεργήθηκε αξιολόγηση σχετικά με την κατανομή του φόρτου εργασίας μεταξύ των διαφόρων ομάδων και των μελών του προσωπικού·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>60.</NO.P>σημειώνει ότι, το 2024, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διοργάνωσε ενημερωτικούς κύκλους μαθημάτων σχετικά με την καταπολέμηση της παρενόχλησης για το προσωπικό, τα διοικητικά στελέχη και το συλλογικό όργανο, και ότι οι κύκλοι αυτοί διοργανώθηκαν για συγκεκριμένες ομάδες και μονάδες κατόπιν αιτήματος, σε ad hoc βάση, με περιεχόμενο προσαρμοσμένο στις ανάγκες κάθε ομάδας· εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι η διαδικασία εκδήλωσης ενδιαφέροντος των έμπιστων συμβούλων δρομολογήθηκε το 2024, με αποτέλεσμα την εκλογή (σε συνεργασία με την επιτροπή προσωπικού) των συμβούλων το πρώτο τρίμηνο του 2025· σημειώνει την πρώτη περίπτωση παρενόχλησης που αναφέρθηκε εντός της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας το 2024·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>61.</NO.P>παρατηρεί ότι, μετά τα θετικά συμπεράσματα του πιλοτικού προγράμματος που πραγματοποιήθηκε το 2023, καταρτίστηκε και εγκρίθηκε πολιτική πρακτικής άσκησης το 2024, ακολουθούμενη από την πρώτη πραγματική περίοδο πρακτικής άσκησης το ίδιο έτος· σημειώνει ότι 8 ασκούμενοι φιλοξενήθηκαν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατά τη διάρκεια του 2024, εργαζόμενοι —όπως ορίζεται στην πολιτική για την πρακτική άσκηση— σε καθεστώς ωραρίου που συνδέεται με εκείνο του μόνιμου και λοιπού προσωπικού της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με τις διατάξεις της απόφασης C(2022)1788 της Επιτροπής, της 24.3.2022, σχετικά με τον χρόνο εργασίας και την υβριδική εργασία· εκτιμά το γεγονός ότι όλοι οι ασκούμενοι της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας λαμβάνουν μηνιαίο εισόδημα (ως επιχορήγηση)· τονίζει ότι το υψηλό κόστος ζωής στο Λουξεμβούργο αποτελεί σημαντικό εμπόδιο για τους επίδοξους ασκούμενους·</P></ACTION></ACTLST><ACTLST><ACTINIT><STRING BOLD="on"><STRING ITALIC="on">Δεοντολογικό πλαίσιο και διαφάνεια</STRING></STRING></ACTINIT><ACTION><P><NO.P>62.</NO.P>γνωρίζει ότι, γενικά, το δεοντολογικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας αναπτύσσεται σταδιακά· κατανοεί ότι οι περιορισμένοι ανθρώπινοι πόροι δεν επέτρεψαν την ολοκλήρωσή του το 2024· ζητεί επιτακτικά να ολοκληρωθούν οι προπαρασκευαστικές εργασίες για την έγκριση μιας ολοκληρωμένης πολιτικής για τις συγκρούσεις συμφερόντων που απαιτείται για την ενοποίηση και τη βελτίωση των υφιστάμενων κανόνων και την καλύτερη κάλυψη όλων των σχετικών περιπτώσεων σε ένα ενιαίο συνεκτικό έγγραφο·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>63.</NO.P>εκτιμά το γεγονός ότι, κατόπιν αιτημάτων του Κοινοβουλίου, το ειδικό πρόγραμμα κατάρτισης σχετικά με το πλαίσιο δεοντολογίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας έχει καταστεί υποχρεωτικό για όλους τους κατόχους θέσεων στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, συμπεριλαμβανομένων των Ευρωπαίων Εισαγγελέων και των ΕΕΕ, και πέτυχε το αναμενόμενο υψηλό ποσοστό συμμετοχής το 2024·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>64.</NO.P>σημειώνει ότι, το 2024, διοργανώθηκαν συνολικά 17 σεμινάρια ευαισθητοποίησης σχετικά με το δεοντολογικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τη στρατηγική για την καταπολέμηση της απάτης και τον κώδικα ορθής διοικητικής συμπεριφοράς, εξασφαλίζοντας ευρεία συμμετοχή του προσωπικού, στο πλαίσιο της εφαρμογής της στρατηγικής για την καταπολέμηση της απάτης για την περίοδο 2023-2025, η οποία εγκρίθηκε την 1η Μαρτίου 2023, με σκοπό την καταπολέμηση της απάτης σε όλα τα επίπεδα του οργανισμού, ακόμη και εσωτερικά, με στόχους που συνδέονται με ειδικό σχέδιο δράσης και με ΒΔΕ ως συνιστώσες του περιβάλλοντος εσωτερικού ελέγχου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που παρακολουθούνται σε ετήσια βάση από τον υπεύθυνο εσωτερικού ελέγχου· σημειώνει ότι έχουν θεσπιστεί κανόνες για τη σύγκρουση συμφερόντων και διαδικασίες δήλωσης για τα ανώτερα διοικητικά στελέχη και το προσωπικό που συμμετέχει σε χρηματοοικονομικά δίκτυα, δημόσιες συμβάσεις και προσλήψεις· παρατηρεί ότι διενεργείται ειδική εκτίμηση του κινδύνου απάτης σε ετήσια βάση, για τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση πιθανών κινδύνων, συμπεριλαμβανομένης της σύγκρουσης συμφερόντων· εκφράζει την ικανοποίησή του για το γεγονός ότι οι κατευθυντήριες γραμμές για το προσωπικό της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σχετικά με τις εξωτερικές δραστηριότητες και τις αποστολές ισχύουν για όλες τις δραστηριότητες του προσωπικού που δεν σχετίζονται με χόμπι ή αναψυχή, αλλά είναι ωστόσο σημαντικές και εκτείνονται πέραν των αρμοδιοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>65.</NO.P>επαναλαμβάνει τις εκκλήσεις του για τη θέσπιση μιας πιο ισχυρής πολιτικής για τη μεταπήδηση προς ή από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα, η οποία θα πρέπει να περιλαμβάνει παρατεταμένη περίοδο αναμονής τουλάχιστον δύο ετών για τους ανώτερους υπαλλήλους της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας προτού μπορέσουν να απασχοληθούν στον ιδιωτικό τομέα, ιδίως σε αντικείμενο συναφές με τομείς έρευνας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας· επιμένει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να διενεργεί ετήσια επανεξέταση της συμμόρφωσης με τους εν λόγω περιορισμούς μετά την έξοδο από την υπηρεσία· υπενθυμίζει ότι η πρόληψη της μεταπήδησης προς ή από τον δημόσιο στον ιδιωτικό τομέα πρέπει να συμπεριληφθεί στο συνολικό πλαίσιο δεοντολογίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>66.</NO.P>εκφράζει την ικανοποίησή του για τη συνέχεια που έδωσε η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία όσον αφορά το πλέον πρόσφατο ψήφισμα του Κοινοβουλίου σχετικά με την απαλλαγή, το οποίο ζητούσε την έγκριση ειδικής διαδικασίας για την καταγγελία δυσλειτουργιών και την καταπολέμηση των αντιποίνων, προκειμένου να ενσωματωθούν οι κανόνες εφαρμογής στον κανονισμό υπηρεσιακής κατάστασης που εγκρίθηκε από το συλλογικό όργανο (απόφαση 077/2021 του συλλογικού οργάνου για τη θέσπιση κατευθυντήριων γραμμών σχετικά με την καταγγελία δυσλειτουργιών που εφαρμόζονται εντός της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας) και να συνοδευτεί το άρθρο 45 παράγραφος 12 των δημοσιονομικών κανόνων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας (για τον καθορισμό των δράσεων που πρέπει να αναλαμβάνονται υπό τις περιστάσεις), προκειμένου να διασφαλιστεί ένας ασφαλής και προστατευμένος χώρος εργασίας· κατανοεί ότι, κατά τη διάρκεια του 2024, εκπονήθηκε ειδική διαδικασία καταγγελίας δυσλειτουργιών και αντιμετώπισης των αντιποίνων, η οποία εγκρίθηκε στις αρχές του 2025· ενθαρρύνει την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να συνεχίσει τον εντατικό εσωτερικό διάλογο σχετικά με την καταγγελία δυσλειτουργιών με τους έμπιστους συμβούλους και να μεριμνήσει για τη συμμετοχή των εθνικών βοηθών των Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων στα εγγενή ζητήματα· τονίζει ότι η αποτελεσματική εφαρμογή των διαδικασιών καταγγελίας δυσλειτουργιών και αντιμετώπισης των αντιποίνων είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση της εσωτερικής ακεραιότητας και αξιοπιστίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας· καλεί την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να υποβάλει έκθεση στην αρμόδια για την απαλλαγή αρχή σχετικά με την πρακτική λειτουργία αυτών των διασφαλίσεων, συμπεριλαμβανομένων της ευαισθητοποίησης του προσωπικού και της εμπιστοσύνης στο σύστημα·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>67.</NO.P>υποστηρίζει ότι το πλαίσιο εσωτερικής ακεραιότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας είναι ζωτικής σημασίας για την εξωτερική αντίληψη της ανεξαρτησίας και της αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας· πιστεύει ότι, με την επιβολή της δημοσιοποίησης όλων των οικονομικών συμφερόντων και των εξωτερικών δραστηριοτήτων των ανώτερων υπαλλήλων, συμπεριλαμβανομένων των μελών του συλλογικού οργάνου, ο κίνδυνος αθέμιτης επιρροής θα μετριαστεί και ότι η περιοδική επανεξέταση των εν λόγω δηλώσεων θα καταστήσει δυνατό τον εκ των προτέρων προσδιορισμό τυχόν κινδύνων που δεν εντοπίζονται· εκτιμά τη βούληση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να διερευνήσει αποτελεσματικούς τρόπους για την επίτευξη αυτού του στόχου, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον ευαίσθητο χαρακτήρα και την ιδιαιτερότητα των εισαγγελικών καθηκόντων·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>68.</NO.P>σημειώνει ότι η διαφάνεια είναι ζωτικής σημασίας στις αλληλεπιδράσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας με εξωτερικούς φορείς· εκτιμά την προθυμία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να εξετάσει τρόπους για την περαιτέρω αύξηση της διαφάνειας των αλληλεπιδράσεών της με εξωτερικούς φορείς, λαμβάνοντας δεόντως υπόψη τον ευαίσθητο χαρακτήρα και την ιδιαιτερότητα των εισαγγελικών καθηκόντων, συμπεριλαμβανομένης της εποπτείας από τα δικαστήρια και της επιτακτικής ανάγκης να προστατευθεί η ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας· εμμένει στην άποψη ότι η δημιουργία υποχρεωτικού δημόσιου μητρώου όλων των συνεδριάσεων μεταξύ των υπαλλήλων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και εκπροσώπων τρίτων μερών, συμπεριλαμβανομένων εκπροσώπων ομάδων συμφερόντων, ακόμη και όταν ασκούν δραστηριότητες προώθησης συμφερόντων που σχετίζονται με πολιτικές προτεραιότητες, καθώς και εκπροσώπων εθνικών κυβερνήσεων, θα συνέβαλε στην ενίσχυση της εμπιστοσύνης του κοινού στην ανεξαρτησία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και στην ικανότητά της να διεξάγει άμεσες έρευνες για κάθε περίπτωση κατάχρησης δημόσιων πόρων, κατά τρόπο που να αποτρέπει κάθε εντύπωση αθέμιτης επιρροής·</P></ACTION></ACTLST><ACTLST><ACTINIT><STRING BOLD="on"><STRING ITALIC="on">Ψηφιοποίηση, κυβερνοασφάλεια και προστασία δεδομένων</STRING></STRING></ACTINIT><ACTION><P><NO.P>69.</NO.P>εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι δεν δόθηκε συνέχεια στις εκκλήσεις του Κοινοβουλίου προς την Επιτροπή να επανεξετάσει την απόφαση της Γενικής Διεύθυνσης Ψηφιακών Υπηρεσιών («ΓΔ Ψηφιακών Υπηρεσιών», πρώην DIGIT) της Επιτροπής να διακόψει την παροχή υπηρεσιών ψηφιακού χώρου εργασίας στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία· εκτιμά την απόφαση της Επιτροπής να παρατείνει προσωρινά την παροχή υπηρεσιών ΤΠ έως τον Ιούνιο του 2025, προκειμένου να διευκολυνθεί η μετάβαση, αλλά εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι το τελικό αποτέλεσμα είναι μια κατάσταση της οποίας η οικονομική βιωσιμότητα είναι αμφισβητήσιμη στην καλύτερη περίπτωση και η οποία δεν είναι η βέλτιστη από άποψη επιδόσεων· επαναλαμβάνει τις εκτιμήσεις του σχετικά με τα επιχειρήματα που αφορούν την ασφάλεια και την εμπιστευτικότητα, καθώς και σχετικά με τις αμιγώς οικονομικές πτυχές, δεδομένου ότι η εξωτερική ανάθεση φαίνεται να είναι πολύ πιο δαπανηρή από την εσωτερική λύση, στην οποία προστίθενται οι πόροι που απαιτούνται για την αντιμετώπιση των πολύπλοκων διοικητικών πτυχών και την προσαρμογή στην αποκεντρωμένη δομή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, με τους ΕΕΕ και τους εθνικούς βοηθούς των Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων να βρίσκονται σε διάφορες τοποθεσίες σε ολόκληρη την Ένωση·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>70.</NO.P>υπογραμμίζει ότι, ενώ η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία πέτυχε επαρκή αυτονομία ΤΠ μόλις το 2025, οι προπαρασκευαστικές εργασίες το 2024 κατέστησαν απτές τις σημαντικότερες επενδύσεις ψηφιοποίησης στην ιστορία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και ότι, για την επίτευξη της αυτονομίας ΤΠ και την πρόληψη δυσμενών επιπτώσεων στις επιχειρησιακές δραστηριότητες, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έπρεπε να δρομολογήσει πολλές δράσεις· υπενθυμίζει ότι, ακόμη και αν η Επιτροπή είχε παράσχει τεχνική υποστήριξη στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατά τη μετάβαση στην αυτονομία ΤΠ, από δημοσιονομική άποψη, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έπρεπε να μεταφέρει πόρους από την επιχειρησιακή δραστηριότητα στην ΤΠ σε κάθε περίπτωση, και η Επιτροπή δεν συμφώνησε να τους αποζημιώσει· υπενθυμίζει, στο πλαίσιο αυτό, ότι, στα τέλη Φεβρουαρίου του 2024, το αίτημα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για διορθωτικό προϋπολογισμό για το 2024 (για περίπου 3 εκατομμύρια EUR και 37 καθορισμένες θέσεις του πίνακα προσωπικού) απορρίφθηκε και ότι η άρνηση αυτή έπεται της προηγούμενης απόρριψης της Επιτροπής αιτήματος για χορήγηση 45 πρόσθετων θέσεων στον πίνακα προσωπικού για την κάλυψη του κενού που προκύπτει από τη διακοπή της λειτουργίας της ΓΔ Ψηφιακών Υπηρεσιών, που υποβλήθηκε τον Ιανουάριο του 2023·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>71.</NO.P>επισημαίνει ότι, το 2024, ο επιχειρησιακός προϋπολογισμός ΤΠΕ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας ανήλθε σε 6,61 εκατομμύρια EUR, ποσό που αντιστοιχεί στο 19 % του συνολικού επιχειρησιακού προϋπολογισμού (σε σύγκριση με 4,7 εκατομμύρια EUR το 2023 και 5,6 εκατομμύρια EUR το 2022)· παρατηρεί ότι η αύξηση σε απόλυτους όρους αντικατοπτρίζει το σημαντικό προπαρασκευαστικό έργο που έχει αναληφθεί για την αυτονομία ΤΠ, συμπεριλαμβανομένων της ενίσχυσης των εσωτερικών ικανοτήτων στον τομέα της κυβερνοασφάλειας, της διαχείρισης υπηρεσιών ΤΠ και της παρακολούθησης των υποδομών, καθώς και της τεχνικής μετάβασης των υπηρεσιών που παρέχονταν προηγουμένως από τη ΓΔ Ψηφιακών Υπηρεσιών· σημειώνει ότι οι επενδύσεις αυτές ήταν στρατηγικά στοχευμένες ώστε να διασφαλιστεί η συνέχεια, η ανεξαρτησία και η ασφάλεια του ψηφιακού περιβάλλοντος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και να τεθούν τα αναγκαία θεμέλια για την επιτυχή επίτευξη αυτονομίας ΤΠ τον Ιούνιο του 2025· υπογραμμίζει ότι, παρότι το μερίδιο των δαπανών ΤΠ στον επιχειρησιακό προϋπολογισμό παρέμεινε σταθερό, το 2024 χαρακτηρίστηκε από αποφασιστική συγκέντρωση προσπαθειών και πόρων με στόχο την προετοιμασία της μετάβασης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σε πλήρη ψηφιακή ανεξαρτησία·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>72.</NO.P>κατανοεί ότι, ακόμη και μετά την επίτευξή της, το 2025, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία τονίζει ότι η στήριξη της αυτονομίας ΤΠ απαιτεί πρόσθετους ανθρώπινους και οικονομικούς πόρους, οι οποίοι μέχρι στιγμής δεν έχουν χορηγηθεί λόγω του περιορισμού που επιβάλλεται από τους συνολικούς διαθέσιμους δημοσιονομικούς πόρους στις σχετικές γραμμές· καλεί την Επιτροπή να επανεξετάσει την απόφασή της και να διαθέσει πρόσθετους πόρους για να διασφαλίσει ότι δεν διακυβεύονται η αποτελεσματικότητα και η νομική αρτιότητα των δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>73.</NO.P>σημειώνει ότι, το 2024, στον τομέα της ΤΠ, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ανέλαβε συνεχή δράση σχετικά με τα δύο μεγάλα έργα του προγράμματος αυτονομίας ΤΠ και του προγράμματος διαχείρισης υποθέσεων, το πρώτο για την παροχή πλήρους καταλόγου διοικητικών υπηρεσιών ΤΠ που τελούν υπό πλήρη εσωτερική διαχείριση, το δεύτερο για την επίτευξη προόδου όσον αφορά την ανάπτυξη της ψηφιοποίησης στον βασικό επιχειρησιακό τομέα των ερευνών και των διώξεων· πιστεύει ότι η λύση της πρόσληψης εσωτερικών αναδόχων για τον χειρισμό αυτών των έργων προσφέρει άμεση επιχειρησιακή συνέχεια, αλλά δεν θα πρέπει να εκληφθεί ως οριστική λύση για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, λαμβάνοντας υπόψη τον εξαιρετικά ευαίσθητο χαρακτήρα των δραστηριοτήτων της και την ανάγκη να διασφαλιστεί η συνέχεια και η αξιοπιστία των ψηφιακών υπηρεσιών της, καθώς και το υψηλότερο επίπεδο ασφάλειας των υποδομών, των συστημάτων και του εξοπλισμού ΤΠ της· επαναλαμβάνει τις ανησυχίες του σχετικά με τον κίνδυνο να μην αντιληφθεί η Επιτροπή τον ευαίσθητο χαρακτήρα του ζητήματος, όπως αποδεικνύεται από την επιφανειακή αξιολόγηση του προβλήματος, η οποία θα μπορούσε να επηρεάσει αρνητικά τις επιχειρησιακές δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και συνιστά δυνητικό κίνδυνο δυσφήμισης της Ένωσης σε περίπτωση που οδηγήσει στην αποδυνάμωση της επιχειρησιακής ικανότητας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>74.</NO.P>υπενθυμίζει ότι η πολυπλοκότητα των υποδομών ΤΠ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας απορρέει από την αποκεντρωμένη δομή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η οποία υποχρεώνει κάθε ΕΕΕ να χρησιμοποιεί τόσο το εθνικό σύστημα διαχείρισης υποθέσεων όσο και το σύστημα διαχείρισης υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, τα οποία είναι διαφορετικές βάσεις δεδομένων που διέπονται από διαφορετικά δικαιώματα πρόσβασης· επισημαίνει ότι η επεξεργασία και η ανταλλαγή πληροφοριών μεταξύ των κεντρικών υπηρεσιών των ΕΕΕ και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας απαιτούν την ψηφιοποίηση του φακέλου από τους ΕΕΕ, οι οποίοι υποχρεούνται να χρησιμοποιούν εθνικά ψηφιακά εργαλεία σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο, αλλά επίσης υποχρεούνται να λαμβάνουν υπόψη την ανάγκη να διαθέτουν τα εν λόγω ψηφιακά έγγραφα σε μορφότυπους συμβατούς με το κεντρικό σύστημα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και με τα συστήματα που χρησιμοποιούνται από άλλους ΕΕΕ που συνεργάζονται στις ερευνητικές υποθέσεις·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>75.</NO.P>υποστηρίζει ότι η ενσωμάτωση του συστήματος διαχείρισης υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και των εθνικών συστημάτων διαχείρισης υποθέσεων είναι αναγκαία για την αύξηση της αποτελεσματικότητας των ερευνών και πρέπει να επιδιωχθεί στο πλαίσιο της αναθεώρησης του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939· αναμένει ότι η ενοποίηση αυτή θα απαιτήσει ένα κοινό, ομοιόμορφο επίπεδο ψηφιοποίησης σε όλα τα συμμετέχοντα κράτη μέλη προκειμένου να δημιουργηθεί ένα ψηφιακό περιβάλλον εργασίας που να εγγυάται το ίδιο επίπεδο ασφάλειας με την κεντρική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, με πλήρη σεβασμό των εθνικών νομικών πλαισίων· υπενθυμίζει ότι το εγγενές κοινό κόστος, για τα κράτη μέλη και την Ένωση, θα πρέπει να ληφθεί υπόψη στη δημοσιονομική εκτίμηση και πρόβλεψη· εκτιμά τον ρόλο και τη συμβολή των εθνικών βοηθών των Ευρωπαίων εντεταλμένων εισαγγελέων στην αποτελεσματική χρήση και τροφοδότηση των συστημάτων και προτείνει να εξεταστεί το ενδεχόμενο να τους αποδοθεί ειδικό καθεστώς με την ευκαιρία της αναθεώρησης του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939· τονίζει ότι οποιαδήποτε μελλοντική ολοκλήρωση θα πρέπει να βασίζεται σε ισόρροπη κατανομή αρμοδιοτήτων μεταξύ της Ένωσης και των κρατών μελών·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>76.</NO.P>θεωρεί ότι είναι ζωτικής σημασίας να μετριαστούν οι κίνδυνοι για τη δομική ακεραιότητα ΤΠ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, οι οποίοι απορρέουν από τις επιθετικές πρακτικές των κυκλωμάτων οργανωμένου εγκλήματος που αποτελούν αντικείμενο έρευνας και δίωξης από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και τα οποία τείνουν να αντιδρούν επιθετικά στις παρεμβάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας με στόχο την αποτροπή των εγκληματικών δραστηριοτήτων τους· εκτιμά το γεγονός ότι η συνολική βελτιωμένη στρατηγική ασφάλειας και το παγκόσμιο πλαίσιο πολιτικής για την ασφάλεια των πληροφοριών που προτάθηκε το 2023 εγκρίθηκαν επίσημα και υιοθετήθηκαν το 2024· υπογραμμίζει ότι η φυσική και ψηφιακή ασφάλεια και η διακυβέρνησή τους αποτελούν βασικούς καταλύτες για την επιχειρησιακή ανεξαρτησία και την αποτελεσματικότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και απαιτούν πόρους, όπως εκείνους που διατέθηκαν για τη δημιουργία ειδικής μονάδας για την εξέταση της κυβερνοασφάλειας και της φυσικής ασφάλειας·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>77.</NO.P>τονίζει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία καλείται να αντιμετωπίσει αυξανόμενο αριθμό υποθέσεων που αφορούν συνιστώσες υψηλής τεχνολογίας και μεθοδολογίες ψηφιακής εγκληματικότητας και, ως εκ τούτου, χρειάζεται επικαιροποιημένο εξοπλισμό και συστήματα ΤΠ προκειμένου να είναι σε θέση να ενσωματώσει στις ερευνητικές διαδικασίες και αναλύσεις τις προηγμένες τεχνολογίες που χρησιμοποιούνται συχνά από εξειδικευμένα εγκληματικά δίκτυα·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>78.</NO.P>σημειώνει ότι, σε επιχειρησιακούς τομείς, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία επιδεικνύει μεγάλη προσοχή στη χρήση της τεχνητής νοημοσύνης και συμφωνεί ότι, ενώ η ΤΝ μπορεί να συμβάλει στην επεξεργασία δεδομένων, η αξιολόγηση των αποδεικτικών στοιχείων και η λήψη εισαγγελικών αποφάσεων παραμένουν αυστηρά υπό την πλήρη ευθύνη του ανθρώπινου παράγοντα· επικροτεί την προσέγγιση αυτή ως απαραίτητη για τη διασφάλιση των θεμελιωδών δικαιωμάτων, της ασφάλειας δικαίου και της λογοδοσίας· υπογραμμίζει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν θεωρεί την ΤΝ μέσο ικανό να μειώσει τις ανάγκες σε προσωπικό, αλλά μάλλον υποστηρικτικό εργαλείο για την αντιμετώπιση του αυξανόμενου φόρτου εργασίας· ενθαρρύνει τις στοχευμένες επενδύσεις σε εργαλεία —υπό τον όρο ότι η χρήση τους παραμένει αναλογική και να υπόκειται σε ανθρώπινη εποπτεία— και σε κατάρτιση στον τομέα της ΤΝ, οι δημοσιονομικές επιπτώσεις των οποίων θα πρέπει να αντισταθμιστούν από τη βελτίωση της αποδοτικότητας στη μετάφραση και σε άλλες διαδικασίες στήριξης· καλεί την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να παράσχει κατευθυντήριες γραμμές στο προσωπικό σχετικά με τον τρόπο χρήσης των εν λόγω μέσων, στοχεύοντας ειδικά στις τυπικές διαδικασίες που είναι εγγενείς στην ιδιαίτερη εντολή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>79.</NO.P>γνωρίζει ότι οι υποθέσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και οι σχετικοί φάκελοι υποθέσεων και τα αποδεικτικά στοιχεία παραπέμπονται στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και καταχωρίζονται σε κάθε γλώσσα της Ένωσης και ότι κάθε υπόθεση μπορεί να περιλαμβάνει εκατοντάδες έως χιλιάδες έγγραφα, τα οποία λαμβάνονται μαζικά και πρέπει να μεταφραστούν σε γλώσσες εργασίας για την ανάλυση και τη διερεύνηση των υποθέσεων, ενώ οι εκθέσεις και οι αποφάσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, που εκδίδονται στα αγγλικά, πρέπει να μεταφραστούν στη γλώσσα του αναφέροντος κράτους μέλους για παραπομπή στα εθνικά δικαστήρια· κατανοεί ότι η διαδικασία αυτή πραγματοποιείται από υπηρεσίες αυτόματης μετάφρασης που παρέχονται από το CDT –Μεταφραστικό Κέντρο· παρατηρεί ότι το κόστος των υπηρεσιών eTranslation το 2024 ανήλθε σε 1 051 000 EUR για τα εργαλεία αυτόματης μετάφρασης και σε 2 308 452 EUR για την ανθρώπινη μετάφραση<FOOTNOTE><FIELD> Το ποσό δεν καλύπτει τις υπηρεσίες διερμηνείας που παρέχονται στο πλαίσιο της ΣΕΥ από τη Γενική Διεύθυνση Διερμηνείας (ΓΔ Διερμηνείας) της Επιτροπής ή, όταν η ΓΔ Διερμηνείας αρνείται ή δεν είναι σε θέση να παράσχει τη ζητούμενη υπηρεσία, με την πρόσληψη ελεύθερων επαγγελματιών διαθέσιμων στην αγορά (ad hoc εξαιρέσεις από τους δημοσιονομικούς κανόνες). Οι δαπάνες που πραγματοποιήθηκαν το 2024 ανέρχονται συνολικά σε 22 536 EUR και 9 360 EUR στο πλαίσιο της ΣΕΥ με τη ΓΔ Διερμηνείας, ενώ το υπόλοιπο καλύφθηκε με ad hoc αγορές υπηρεσιών.</FIELD></FOOTNOTE>· ζητεί από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να διερευνήσει τη δυνατότητα καλύτερης χρήσης αυτών των υπηρεσιών αυτόματης μετάφρασης, οι οποίες μέχρι στιγμής δεν υποστηρίζονται από ΤΝ αλλά βασίζονται σε σύνολα δεδομένων λεξιλογίου, παρέχονται από την υπηρεσία eTranslation της ΓΔ Ψηφιακών Υπηρεσιών και επικαιροποιούνται σε ετήσια βάση·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>80.</NO.P>επαναλαμβάνει τη στήριξή του στα αιτήματα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να διατεθούν πόροι για την προστασία της κυβερνοασφάλειάς της και ζητεί την ταχεία εφαρμογή μιας ισχυρής στρατηγικής κυβερνοασφάλειας για τη διασφάλιση της λειτουργίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της ακεραιότητας των δεδομένων·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>81.</NO.P>παρατηρεί ότι η ψηφιακή στρατηγική της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και η πολιτική διαχείρισης τρωτών σημείων και ενημερώσεων κώδικα βρίσκονται επί του παρόντος υπό ανάπτυξη και ότι οι υφιστάμενες υπηρεσίες διασφαλίζουν την αξιολόγηση τρωτότητας και το εργαλείο αυτοματοποιημένης σάρωσης και κοινοποίησης για το κρίσιμο περιβάλλον του συστήματος διαχείρισης υποθέσεων· καλεί την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να δώσει προτεραιότητα στα μέτρα που είναι σημαντικά για τη διασφάλιση ενός ασφαλούς εργασιακού περιβάλλοντος, της συνέχειας των δραστηριοτήτων και της προστασίας των σχετικών πληροφοριών·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>82.</NO.P>εκφράζει την ικανοποίησή του για τον συνεχή διάλογο μεταξύ του υπευθύνου προστασίας δεδομένων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και του σημείου επαφής του Ευρωπαίου Επόπτη Προστασίας Δεδομένων για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, καθώς και για τις τακτικές διμερείς συναντήσεις τους· ενθαρρύνει το συλλογικό όργανο, οι αποφάσεις του οποίου συμπληρώνουν το ισχύον νομικό πλαίσιο<FOOTNOTE><FIELD> Κανονισμός (ΕΕ) 2017/1939 (ο λεγόμενος «κανονισμός για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία») και κανονισμός (ΕΕ) 2018/1725 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 23ης Οκτωβρίου 2018, για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα από τα θεσμικά και λοιπά όργανα και τους οργανισμούς της Ένωσης και την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών, και για την κατάργηση του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 45/2001 και της απόφασης αριθ. 1247/2002/ΕΚ (ΕΕ L 295 της 21.11.2018, σ. 39, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2018/1725/oj).</FIELD></FOOTNOTE>, να συνεργαστεί με τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων για την περιοδική αναθεώρηση των υφιστάμενων πρακτικών και διαδικασιών, δεδομένης της ανάγκης να διασφαλιστεί η δυνατότητα χρήσης προσωπικών δεδομένων για τη διεξαγωγή ερευνών και διώξεων και, ταυτόχρονα, να διασφαλιστεί η προστασία τους·</P></ACTION></ACTLST><ACTLST><ACTINIT><STRING BOLD="on"><STRING ITALIC="on">Κτίρια και ασφάλεια</STRING></STRING></ACTINIT><ACTION><P><NO.P>83.</NO.P>παρατηρεί ότι η συμφωνία μίσθωσης με την οποία οι αρχές του Λουξεμβούργου παρέχουν δωρεάν το κτίριο που φιλοξενεί επί του παρόντος την έδρα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν τροποποιήθηκε το 2024 και ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατέβαλε το 2024 το ίδιο ετήσιο τέλος χρέωσης υπηρεσιών με το 2023, ύψους 716 724 EUR, χωρίς πρόσθετο κόστος·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>84.</NO.P>σημειώνει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία καταλαμβάνει επί του παρόντος δέκα ορόφους στον πύργο και τέσσερις ορόφους στο παράρτημα του κτιρίου B (TOB)· γνωρίζει ότι επτά επιπλέον όροφοι βρίσκονται υπό ανακαίνιση από το κράτος φιλοξενίας από τις αρχές του 2025 και θα παραδοθούν σταδιακά στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατά το τέταρτο τρίμηνο του 2025· κατανοεί ότι οι νέοι όροφοι θα συμβάλουν στην αντιμετώπιση της τρέχουσας έλλειψης χώρου και θα προσφέρουν την ευκαιρία ενοποίησης και αποτελεσματικής αναδιανομής των υπηρεσιών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας εντός των εγκαταστάσεων· υπενθυμίζει τη φύση των δραστηριοτήτων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και τον εγγενή εμπιστευτικό χαρακτήρα τους και, ως εκ τούτου, εκφράζει την ικανοποίησή του για τη διάθεση ατομικού χώρου εργασίας σε κάθε μέλος του προσωπικού σε γραφείο μίας, δύο ή τριών θέσεων· εκτιμά τα ήδη υφιστάμενα μέτρα για τη διασφάλιση της προσβασιμότητας των γραφείων σε άτομα με μειωμένη κινητικότητα ή άλλη αναπηρία·</P></ACTION></ACTLST><ACTLST><ACTINIT><STRING BOLD="on"><STRING ITALIC="on">Περιβάλλον και βιωσιμότητα</STRING></STRING></ACTINIT><ACTION><P><NO.P>85.</NO.P>γνωρίζει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία καταλαμβάνει μέρος κτιρίου που παρέχεται δωρεάν από το κράτος φιλοξενίας και ότι οι περιβαλλοντικές παράμετροι τελούν υπό τη διαχείριση των εθνικών αρχών, σύμφωνα με τις τοπικές περιβαλλοντικές απαιτήσεις· εκφράζει την ικανοποίησή του για τις δράσεις που δρομολογήθηκαν από τις αρχές του Λουξεμβούργου για τη στήριξη της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην προώθηση της περιβαλλοντικής διαχείρισης, με αποτέλεσμα την εγκατάσταση 20 σταθμών φόρτισης ηλεκτρικών οχημάτων σε υπόγειο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων και την τοποθέτηση ενεργειακά αποδοτικού εσωτερικού φωτισμού και περσίδων προσόψεων σε όλες τις εγκαταστάσεις της κεντρικής υπηρεσίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας με στόχο την ενίσχυση της ενεργειακής απόδοσης των κτιρίων· σημειώνει ότι έχουν εγκατασταθεί μηχανήματα φιλτραρίσματος νερού σε όλους τους ορόφους και αυτό μειώνει τη χρήση πλαστικών φιαλών· παρατηρεί ότι η κεντρική υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας είναι ενσωματωμένη στο δίκτυο δωρεάν δημόσιων μεταφορών του Λουξεμβούργου, καθιστώντας την εύκολα προσβάσιμη με μέσα χαμηλού περιβαλλοντικού αντικτύπου, χωρίς κόστος για το προσωπικό και τους επισκέπτες, και ότι ο υπόγειος χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων διαθέτει ειδική ζώνη για τη στάθμευση ποδηλάτων·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>86.</NO.P>σημειώνει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ακολουθεί την απόφαση C(2025)2495 της Επιτροπής – Οδηγός για τις αποστολές και τα εγκεκριμένα ταξίδια, όχι μόνο εξετάζοντας λύσεις πράσινων μετακινήσεων για το προσωπικό που μετακινείται στο πλαίσιο αποστολών, αλλά και αξιολογώντας συστηματικά την ανάγκη για αποστολές έναντι της σκοπιμότητας διαδικτυακών συνεδριάσεων·</P></ACTION></ACTLST><ACTLST><ACTINIT><STRING BOLD="on"><STRING ITALIC="on">Διοργανική συνεργασία</STRING></STRING></ACTINIT><ACTION><P><NO.P>87.</NO.P>επαναλαμβάνει ότι, στο πλαίσιο της αρχιτεκτονικής που έχει σχεδιαστεί για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, ο σημαντικός ρόλος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μπορεί να επιδιωχθεί αποτελεσματικά μόνο με εντατική συνεργασία και συντονισμό με τις άλλες οντότητες που ασκούν συμπληρωματικά καθήκοντα· τονίζει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ενεργεί σε ένα σύνθετο και ετερογενές τοπίο όπου η ανεξαρτησία της είναι ζωτικής σημασίας, όπως και η ικανότητά της να δημιουργεί συνέργειες με τους εταίρους της, και η βούλησή της να επικοινωνεί με τα σχετικά ενδιαφερόμενα μέρη·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>88.</NO.P>έχει επίγνωση των προσπαθειών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για αποτελεσματική συνεργασία με την Ευρωπόλ, την OLAF και τη Eurojust, η οποία πραγματοποιείται σύμφωνα με την εντολή κάθε οργανισμού, μέσω τακτικών συνεδριάσεων σε διοικητικό και τεχνικό επίπεδο, και μέσω των διαδικασιών «αντιστοιχίας/μη αντιστοιχίας» που χρησιμοποιούνται για τις αμφίδρομες ανταλλαγές πληροφοριών και για την αποφυγή της αλληλεπικάλυψης δραστηριοτήτων· εκφράζει, ωστόσο, τη λύπη του για τον περιορισμένο όγκο επιχειρησιακής συνεργασίας μεταξύ της OLAF και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ο οποίος επιβεβαιώνεται από τον σταθερά χαμηλό αριθμό υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που υποστηρίζονται από την OLAF (4 υποθέσεις το 2023 και 5 υποθέσεις το 2024) σε σύγκριση με τον όγκο των υποθέσεων για τις οποίες η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έλαβε στήριξη το 2024 από τη Eurojust (25) και την Ευρωπόλ (83)· σημειώνει ότι η συνεργασία με την Ευρωπόλ πλήττεται από περιορισμούς που απορρέουν από τα εθνικά δικονομικά ποινικά δίκαια και την προσβασιμότητα των δεδομένων που ανήκουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία· θεωρεί ότι η περαιτέρω ενίσχυση της συνεργασίας με την Ευρωπόλ θα καθιστούσε δυνατές συνέργειες και τη βελτιστοποίηση των πόρων, με την επιφύλαξη της επείγουσας ανάγκης να αναπτύξει η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία την εσωτερική πλατφόρμα ανάλυσής της, η οποία είναι ζωτικής σημασίας για την ταχεία ερμηνεία των δεδομένων που συλλέγονται κατά τη διάρκεια των ερευνών της και τον καθορισμό επιχειρησιακών στρατηγικών σε διασυνοριακές υποθέσεις που απαιτούν πρόσβαση σε ολόκληρο το σύστημα διαχείρισης υποθέσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας· καλεί όλα τα μέρη να διερευνήσουν κατάλληλους τρόπους για τη δημιουργία συνεργειών, την ενίσχυση της συνεργασίας σε επιχειρησιακό επίπεδο, την αποφυγή της αλληλεπικάλυψης καθηκόντων και την καλύτερη χρήση των υφιστάμενων αναλυτικών ικανοτήτων· εκφράζει την ικανοποίησή του για τη σύσταση ειδικών ομάδων εργασίας για την εξαγγελθείσα από την Επιτροπή αναθεώρηση της αρχιτεκτονικής για την καταπολέμηση της απάτης και αναμένει ότι οι συζητήσεις, με τη συμμετοχή όλων των συνιστωσών της αρχιτεκτονικής για την καταπολέμηση της απάτης, θα επιτύχουν απτές βελτιώσεις στον τρόπο με τον οποίο συνεργάζονται και συντονίζουν τις δραστηριότητες, οι οποίες θα παρουσιαστούν από την Επιτροπή έως το τέλος του 2026·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>89.</NO.P>σημειώνει την καλή συνεργασία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας με το Ελεγκτικό Συνέδριο, τον Ευρωπαίο Επόπτη Προστασίας Δεδομένων και τον Ευρωπαίο Διαμεσολαβητή το 2024· παρατηρεί ότι ο Ευρωπαίος Διαμεσολαβητής κίνησε έρευνα κατόπιν καταγγελίας που υποβλήθηκε από πολίτη ο οποίος συμμετείχε σε διαδικασία επιλογής του 2024, η οποία στη συνέχεια διαπιστώθηκε ότι δεν τεκμηριώθηκε από αποδεικτικά στοιχεία ή από τον εντοπισμό περιπτώσεων κακοδιοίκησης από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>90.</NO.P>πιστεύει ότι η αναθεώρηση των ρυθμιστικών πλαισίων της OLAF και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας παρέχει την ευκαιρία να επανεξεταστούν πολλές πτυχές της συνεργασίας τους υπό το πρίσμα των εμπειριών που αποκτήθηκαν κατά τα εν λόγω έτη επιχειρησιακής δραστηριότητας· τονίζει ότι τα διδάγματα που αντλήθηκαν από την ανάπτυξη τόσο των συμπληρωματικών ερευνών (που προτάθηκαν από την OLAF) όσο και των ερευνών προς υποστήριξη (που ζητήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία) έχουν προσφέρει ένα καλό σύνολο πληροφοριών επί των οποίων μπορεί να βασιστεί η αναδιαμόρφωση των ρυθμίσεων για τη συνεργασία τους· υπογραμμίζει ότι η ίδια επιχειρησιακή εμπειρία έχει καταδείξει την ανάγκη για αυξημένο εντοπισμό και καλύτερη υποβολή αναφορών· σημειώνει ότι, το 2024, πραγματοποιήθηκε στο Κοινοβούλιο η πρώτη διεθνής συνεδρίαση μεταξύ εισαγγελέων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και ανακριτών της OLAF· πιστεύει ότι τούτη μπορεί να εκληφθεί ως δοκιμή για μια πρακτική ανταλλαγής, η οποία θα πρέπει να καταστεί περιοδική, υπό την προϋπόθεση ότι διατίθενται οικονομικοί πόροι· επαναλαμβάνει ότι ο επαρκής διάλογος και η συνεργασία μεταξύ των συνιστωσών της αρχιτεκτονικής της Ένωσης για την καταπολέμηση της απάτης μπορούν να επιτευχθούν μόνο με τη δημιουργία υποχρεωτικού διοργανικού φόρουμ όπου θα μπορούν να προσεγγίζονται και να συζητούνται στρατηγικά ζητήματα, προκειμένου να βελτιστοποιηθούν οι πόροι και να καταστούν απτά τα αποτελέσματα·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>91.</NO.P>σημειώνει ότι η απάτη στον τομέα του ΦΠΑ έχει καταστεί διαρθρωτικό τρωτό σημείο της εσωτερικής αγοράς και ότι, παρά την επανειλημμένη εμφάνιση τυποποιημένων συστημάτων τύπου «καρουζέλ», οι εθνικές φορολογικές αρχές είναι σε θέση να εντοπίζουν και να καταπολεμούν μόνο μικρά τμήματα των εγκληματικών δικτύων· τονίζει τη μοναδική αξία των επιχειρήσεων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, οι οποίες είναι σε θέση να ανασυνθέτουν πολύπλοκες εγκληματικές συναλλαγές και παράνομες χρηματοοικονομικές ροές και να λαμβάνουν μέτρα μέσω της κατάσχεσης και της δέσμευσης των σχετικών στοιχείων ενεργητικού· καλεί την Επιτροπή να προτείνει περαιτέρω όλες τις κανονιστικές τροποποιήσεις που απαιτούνται για την αντιμετώπιση μιας κατάστασης που εμποδίζει την αποτελεσματικότητα της καταπολέμησης της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ και περιορίζει τις δυνατότητες συνεργειών μεταξύ των εθνικών και των ενωσιακών αρχών·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>92.</NO.P>τονίζει ότι η πρόσβαση σε δεδομένα και η ανταλλαγή πληροφοριών αποτελούν τα κρίσιμα στοιχεία κάθε δράσης για την καταπολέμηση της απάτης και ότι η ικανοποιητική επίτευξή τους εξαρτάται από την επιτυχία της προστασίας του προϋπολογισμού της Ένωσης· υπενθυμίζει τις συστάσεις που διατύπωσε το Ελεγκτικό Συνέδριο στην ειδική έκθεσή του αριθ. 24/2015 σχετικά με την καταπολέμηση της απάτης στον τομέα του ΦΠΑ και στην ειδική έκθεσή του αριθ. 08/2025 με τίτλο «Απάτη στον τομέα του φόρου προστιθέμενης αξίας στις εισαγωγές — Τα οικονομικά συμφέροντα της ΕΕ δεν προστατεύονται επαρκώς στο πλαίσιο των απλουστευμένων τελωνειακών διαδικασιών εισαγωγής» και επικροτεί, στο πλαίσιο αυτό, την πρόταση της Επιτροπής για κανονισμό του Συμβουλίου για την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 904/2010 όσον αφορά την πρόσβαση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της Ευρωπαϊκής Υπηρεσίας Καταπολέμησης της Απάτης (OLAF) σε πληροφορίες για τον φόρο προστιθέμενης αξίας σε επίπεδο Ένωσης, η οποία υποβλήθηκε στις 14 Νοεμβρίου 2025<FOOTNOTE><FIELD> https://www.eca.europa.eu/ECAPublications/SR-2025-08/SR-2025-08_EL.pdf.</FIELD></FOOTNOTE>· υπογραμμίζει, στο ίδιο πνεύμα, τη σημασία της πλήρους και αποτελεσματικής ανταλλαγής δεδομένων μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, της OLAF, της Eurojust και της Ευρωπόλ, και το γεγονός ότι η σύσταση κοινής ομάδας εργασίας θα καθιστούσε δυνατή την εποπτεία της ενοποίησης των δεδομένων και της αποτελεσματικότητας της διαχείρισης υποθέσεων μεταξύ των εν λόγω φορέων·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>93.</NO.P>προσυπογράφει την έκκληση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για ενισχυμένες προσπάθειες προκειμένου να διασφαλιστεί πολύ μεγαλύτερη και καλύτερη ικανότητα ανάλυσης δεδομένων σε επίπεδο Ένωσης, ούτως ώστε να αξιοποιηθεί πλήρως ο τεράστιος όγκος δεδομένων που συλλέγονται στις έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, και συμφωνεί ότι η πρόοδος προς την κατεύθυνση αυτή θα βελτίωνε σημαντικά την καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος στην Ένωση· σημειώνει ότι ο όγκος των συλλεγόμενων αποδεικτικών στοιχείων υπό ανάλυση αυξάνεται εκθετικά παράλληλα με τον αυξανόμενο αριθμό υποθέσεων που διερευνά η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία· επισημαίνει ότι πολλές από αυτές τις πληροφορίες αφορούν το οργανωμένο έγκλημα και τη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες, καθώς και ένα ευρύ φάσμα παράνομων δραστηριοτήτων που συνδέονται με αυτές ως υποκείμενα αδικήματα, τα οποία δεν εμπίπτουν στην εξουσία και την αρμοδιότητα διερεύνησης της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας· παρατηρεί ότι τέτοια κατάσταση προέκυψε μετά την έρευνα Admiral, όταν η ανάλυση μέρους των τουλάχιστον 638 TB κατασχεθέντων ψηφιακών δεδομένων αποκάλυψε συνδέσεις με τη διακίνηση ναρκωτικών, τα παράνομα τυχερά παιχνίδια, την πορνεία και άλλα αδικήματα, με αποτέλεσμα την κίνηση περισσότερων ποινικών διαδικασιών από εθνικές εισαγγελίες σχετικά με εγκλήματα που δεν σχετίζονται με PIF· παρατηρεί ότι το ίδιο συνέβη και με την έρευνα Midas, η οποία οδήγησε στον εντοπισμό ενός σύνθετου εγκληματικού οικοσυστήματος, το οποίο διαθέτει εταιρείες-βιτρίνες, αχυρανθρώπους, εικονικές ταυτότητες και κρυπτοεπικοινωνίες για τον συντονισμό άλλων εγκληματικών δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων της διακίνησης ναρκωτικών και όπλων και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας, για τις οποίες η ανάλυση μέρους των τουλάχιστον 418 TB ψηφιακών δεδομένων είχε ως αποτέλεσμα την υποβολή δεκατριών αναφορών εγκλημάτων στις εθνικές αρχές που είναι αρμόδιες για τη διερεύνηση των εν λόγω εγκλημάτων που δεν σχετίζονται με PIF·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>94.</NO.P>εκφράζει την ικανοποίησή του για τη θέσπιση εσωτερικού μηχανισμού με στόχο τη διασφάλιση της αποδοτικής ως προς τη χρήση των πόρων, έγκαιρης και συνεπούς διαβίβασης από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία των κοινοποιήσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παράγραφος 2 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, οι οποίες είναι ουσιώδεις για τη διοικητική ανάκτηση και τα προληπτικά μέτρα, και για την αναθεώρηση της συμφωνίας εργασίας με την Επιτροπή με την ευκαιρία της τρίτης ετήσιας επανεξέτασης υψηλού επιπέδου της συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και της Επιτροπής, τον Οκτώβριο του 2024· πιστεύει ότι οι ρυθμίσεις αυτές θα οδηγήσουν σε πιο αποτελεσματικές δράσεις για την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης· υπογραμμίζει, πράγματι, την απότομη αύξηση των κοινοποιήσεων προς την Επιτροπή, η οποία ακολούθησε τις νέες ρυθμίσεις το 2024 και το 2025 (+147 % και +85 % αντίστοιχα σε σύγκριση με το 2022)· επισημαίνει, ωστόσο, ότι, προκειμένου να είναι σε θέση να παρακολουθεί αποτελεσματικά τις υποθέσεις της και να διασφαλίζει τη συνεχή ροή πληροφοριών προς την Επιτροπή για την τροφοδότηση της έγκρισης των διοικητικών μέτρων, το σύστημα διαχείρισης υποθέσεων και η ικανότητα ανάλυσης δεδομένων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας πρέπει να αναπτυχθούν περαιτέρω, κάτι που δεν είναι εφικτό σε περίπτωση διαρθρωτικής υποχρηματοδότησης· εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι, παρά τις σαφείς ενδείξεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σχετικά με τις χρηματοοικονομικές ανάγκες, η Επιτροπή, με τη σχετική διορθωτική επιστολή 1/2024, διέθεσε μόνο τρεις θέσεις στον πίνακα προσωπικού και μία θέση για συμβασιούχο υπάλληλο, οι οποίες δεν επαρκούν· υποστηρίζει τα μελλοντικά αιτήματα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τους πόρους που απαιτούνται για την επιστροφή στον προϋπολογισμό της Ένωσης των ποσών που έχουν αποτελέσει αντικείμενο απάτης· καλεί την Επιτροπή να μεγιστοποιήσει τη διοικητική ανάκτηση στον προϋπολογισμό της Ένωσης, τηρώντας παράλληλα την εμπιστευτικότητα και την ορθή διεξαγωγή των ενεργειών διερεύνησης·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>95.</NO.P>γνωρίζει ότι η ανάκτηση κονδυλίων από τις εθνικές αρχές παραμένει υπό την ευθύνη της Επιτροπής, όπως αναφέρεται στην επιστολή ανάθεσης καθηκόντων προς τον Επίτροπο Προϋπολογισμού, Καταπολέμησης της Απάτης και Δημόσιας Διοίκησης, και υπογραμμίζει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δεν έχει μέχρι στιγμής εντολή να δώσει συνέχεια στη διαδικασία ανάκτησης· επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς τα κράτη μέλη να ενισχύσουν τη συνεργασία για τη διαδικασία ανάκτησης και να ενημερώνουν εγκαίρως τόσο την Επιτροπή όσο και την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία για τις τελικές δημεύσεις· υποστηρίζει ότι η αναθεώρηση των σχετικών κανονισμών είναι αναγκαία για να αποσαφηνιστεί ο ρόλος της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στη διαδικασία ανάκτησης·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>96.</NO.P>αναγνωρίζει ότι οι έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μπορούν να κινηθούν μόνο εάν οι πληροφορίες έχουν φτάσει στους εισαγγελείς και αναμένει από τα κράτη μέλη να συμμορφώνονται με τις νομικές υποχρεώσεις μέσω της αναφοράς όλων των σχετικών υποθέσεων στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία· σημειώνει με ανησυχία ότι το 2024 εξακολουθούσαν να υπάρχουν συγκρούσεις αρμοδιοτήτων και συστημικά εμπόδια στις έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, συμπεριλαμβανομένων υποθέσεων που εγείρουν ανησυχίες για το κράτος δικαίου· υπενθυμίζει, στο πλαίσιο αυτό, τη δημόσια δήλωση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σχετικά με απόφαση σύγκρουσης αρμοδιοτήτων στην Κροατία· καλεί την Επιτροπή να παρακολουθεί συστηματικά τα εμπόδια αυτά στο πλαίσιο της ευθύνης της να διασφαλίζει τη συμμόρφωση με το δίκαιο της Ένωσης και να προστατεύει τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης· σημειώνει με ανησυχία ότι ορισμένα κράτη μέλη έχουν χαρακτηρίσει ποινικά αδικήματα που θίγουν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης ως εθνικές υποθέσεις και αρνούνται να αναγνωρίσουν την αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας· εκφράζει την ανησυχία του για τον πιθανό αρνητικό αντίκτυπο στη διερεύνηση αυτών των συγκρούσεων αρμοδιοτήτων, για την απώλεια αποδεικτικών στοιχείων ή για την καθυστερημένη συλλογή αποδεικτικών στοιχείων· καλεί την Επιτροπή να συλλέξει και να αξιολογήσει τις πληροφορίες σχετικά με περιπτώσεις σύγκρουσης αρμοδιοτήτων με σκοπό την απόκτηση σχετικών δεδομένων για την αναθεώρηση του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>97.</NO.P>σημειώνει ότι, παρά το γεγονός ότι η αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας περιγράφεται σαφώς στο άρθρο 22 παράγραφοι 1 και 2 και στο άρθρο 23 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, το 2024 τέθηκαν εκ νέου ζητήματα αρμοδιότητας μεταξύ των εθνικών αρχών και των ΕΕΕ· υπογραμμίζει ότι οι υποθέσεις αυτές θα πρέπει να αντιμετωπίζονται σύμφωνα με το άρθρο 25 παράγραφος 6 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, το οποίο τις παραπέμπει στην εθνική δικαστική αρχή που είναι αρμόδια για την επίλυση υποθέσεων σύγκρουσης αρμοδιοτήτων μεταξύ εθνικών εισαγγελέων, υπό την προϋπόθεση ότι η απόφασή της μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προδικαστικής απόφασης του Δικαστηρίου, όπως προβλέπεται στο άρθρο 42 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939, το οποίο αποτυπώνει το άρθρο 267 ΣΛΕΕ· επαναλαμβάνει ότι, επειδή σε πολλά κράτη μέλη η απόφαση της εθνικής αρχής σχετικά με τη σύγκρουση αρμοδιοτήτων δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προδικαστικής απόφασης ενώπιον του Δικαστηρίου, η τρέχουσα κατάσταση στερείται νομικής σαφήνειας· ενθαρρύνει τα κράτη μέλη που έχουν αμφιβολίες σχετικά με την αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να υποβάλουν προδικαστικό ερώτημα στο Δικαστήριο για την έκδοση προδικαστικής απόφασης σύμφωνα με το άρθρο 267 ΣΛΕΕ και το άρθρο 42 παράγραφος 2 στοιχείο γ) του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>98.</NO.P>σημειώνει ότι, το 2024, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία υλοποίησε και κάλυψε τις σχετικές δαπάνες της «Ακαδημίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας», η οποία διοργανώθηκε από κοινού με την Guardia di Finanza στην Ιταλία, με δύο διεθνή επιτόπια σεμινάρια διάρκειας δύο εβδομάδων για 49 ερευνητές· παρατηρεί ότι σε ορισμένα κράτη μέλη πραγματοποιήθηκαν ειδικά προγράμματα κατάρτισης των υπαλλήλων επιβολής του νόμου σε τομείς εγκληματικότητας που εμπίπτουν στην εντολή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας· καλεί την Επιτροπή να στηρίξει και να διασφαλίσει τη χρηματοδότηση αυτού του πολύτιμου έργου κατάρτισης· σημειώνει ότι το 2024 δρομολογήθηκαν περαιτέρω δράσεις ευαισθητοποίησης από τους Ευρωπαίους Εισαγγελείς και τους ΕΕΕ σε αποκεντρωμένο και κεντρικό επίπεδο, οι οποίες απευθύνονταν σε εθνικούς ενδιαφερόμενους φορείς, με την υποδοχή, σε αρκετές περιπτώσεις, αντιπροσωπειών από το δικαστικό σώμα, τις εισαγγελικές αρχές και τις αρχές επιβολής του νόμου·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>99.</NO.P>επαναλαμβάνει τις ανησυχίες του σχετικά με τον αυξανόμενο αριθμό υποθέσεων που αφορούν τον ΜΑΑ, οι οποίες δεν κατανέμονται με ομοιόμορφο τρόπο στα κράτη μέλη που έχουν ήδη λάβει σημαντικές εκταμιεύσεις· τονίζει ότι η μη ισορροπημένη κατανομή των υποθέσεων θα μπορούσε να είναι συνέπεια της άνισης επάρκειας των συστημάτων διαχείρισης και ελέγχου των κρατών μελών ή της ανεπαρκούς αποτελεσματικότητας των προσπαθειών εντοπισμού και των αδιαφανών πρακτικών αναφοράς· επισημαίνει ότι οι πόροι του ΜΑΑ προέρχονται από τον προϋπολογισμό της Ένωσης και ότι η προστασία τους εμπίπτει στην αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και, ως εκ τούτου, ενθαρρύνει την Επιτροπή και άλλα όργανα και αρχές της Ένωσης να αυξήσουν τις προσπάθειες εντοπισμού και να αναφέρουν στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κάθε σχετική κατάσταση στο πλαίσιο αυτό·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>100.</NO.P>επισημαίνει ότι ο μεγάλος αριθμός ενεργών υποθέσεων που αφορούν κονδύλια του ΜΑΑ είναι πιθανό να αυξηθεί στο μέλλον με την αύξηση της έντασης των εκταμιεύσεων κατά την επικείμενη ημερομηνία ολοκλήρωσης, και θεωρεί ζωτικής σημασίας την εντατικοποίηση της συνεργασίας και του συντονισμού μεταξύ των αρμόδιων αρχών, ιδίως με την ειδική ομάδα για την ανάκαμψη και την ανθεκτικότητα, προκειμένου να ενισχυθεί ο μηχανισμός παρακολούθησης και ελέγχου μέσω της ανάλυσης των υποθέσεων απάτης που διερευνώνται από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και να εντοπιστούν πιθανά κενά ελέγχου ή μοτίβα απάτης που θα μπορούσαν να προκύψουν από την εποπτεία ή από παράλειψη και να αντιμετωπιστούν μέσω των μέτρων μείωσης και ανάκαμψης που θεσπίστηκαν στο παράρτημα IV των κατευθυντήριων γραμμών της Επιτροπής για τα σχέδια ανάκαμψης και ανθεκτικότητας που εγκρίθηκαν στις 22 Ιουλίου 2024·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>101.</NO.P>εκτιμά τη συμφωνία του συλλογικού οργάνου σχετικά με τις ρυθμίσεις εργασίας για συνεργασία με την επιτροπή καταπολέμησης της διαφθοράς των Σεϋχελλών και τη Γενική Εισαγγελία του Πριγκιπάτου της Ανδόρας και τη σύναψη μνημονίων συνεννόησης με την αντιπροεδρία της Παγκόσμιας Τράπεζας που ασχολείται με θέματα θεσμικής δεοντολογίας και την Ιβηροαμερικανική Ένωση Εισαγγελέων· εκφράζει την ικανοποίησή του για την υπογραφή της συμφωνίας συνεργασίας με το Κοινοβούλιο τον Νοέμβριο του 2024, η οποία θεσπίζει σαφείς ρυθμίσεις συνεργασίας με σκοπό την προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, και για τη συμφωνία του συλλογικού οργάνου σχετικά με τις ρυθμίσεις συνεργασίας με την ΕΥΕΔ και την αναθεώρηση των παραρτημάτων της συμφωνίας με την Επιτροπή, καθώς και για την έναρξη, επίσης το 2024, διαπραγματεύσεων για συμφωνία συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>102.</NO.P>σημειώνει την εντατική δραστηριότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των ερευνών της στο διεθνές πλαίσιο και σε σχέση με τρίτες χώρες· γνωρίζει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είναι μέλος ή παρατηρητής σε διάφορα διεθνή δίκτυα και οργανισμούς, όπως η ομάδα Egmont, το δίκτυο GlobE, η ομάδα εργασίας του ΟΟΣΑ για τη δωροδοκία, το δίκτυο Carin, το δίκτυο Nadal, το δίκτυο EACN/EPAC, το ευρωπαϊκό δικαστικό δίκτυο, η επιτροπή εμπειρογνωμόνων του Συμβουλίου της Ευρώπης για τη λειτουργία των ευρωπαϊκών συμβάσεων συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις (PC-OC) και άλλα· παρατηρεί ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία έχει υπογράψει συμφωνίες συνεργασίας με πολλούς εταίρους· αναγνωρίζει τις δυσκολίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να παρέμβει αποτελεσματικά ελλείψει σαφούς νομικής βάσης και εκφράζει την ικανοποίησή του για τη διαβίβαση, τον Αύγουστο του 2023, στην Επιτροπή καταλόγου τρίτων χωρών που θεωρούνται προτεραιότητες για τον καθορισμό συμφωνιών που θα μπορούσαν να διευκολύνουν τη συνεργασία· καλεί την Επιτροπή να λάβει δεόντως υπόψη τα αιτήματα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>103.</NO.P>σημειώνει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συνέχισε να βασίζεται σε διοργανικές συμβάσεις και διμερείς ΣΕΥ και, στο τέλος του 2024, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία είχε 86 ενεργές συμμετοχές σε διοργανικές συμβάσεις-πλαίσια και 23 ΣΕΥ ή άλλες συμφωνίες με τη δημόσια διοίκηση της Ένωσης, με σκοπό την αγορά αγαθών και υπηρεσιών σε χαμηλότερο κόστος ή τη μεγιστοποίηση της εξοικονόμησης δημοσιονομικών πόρων από τα υφιστάμενα συμβατικά μέσα, σύμφωνα με τις αρχές της χρηστής δημοσιονομικής διαχείρισης·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>104.</NO.P>εκφράζει την έντονη ικανοποίησή του για τη συμμετοχή της Πολωνίας και της Σουηδίας στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία· σημειώνει ότι η Δανία εξακολουθεί να εφαρμόζει τη ρήτρα εξαίρεσης από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία δυνάμει των πρωτοκόλλων αριθ. 21 και 22 ΣΛΕΕ· γνωρίζει ότι, μετά από αρχικές ενδείξεις από την ιρλανδική κυβέρνηση σχετικά με τη δυνητική συμμετοχή της στην ενισχυμένη συνεργασία, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία συγκρότησε ειδική ομάδα εργασίας με εκπροσώπους από τις αρμόδιες υπηρεσίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για να καλύψει όλες τις πτυχές της συμμετοχής και να συνοδεύσει τις εθνικές αρχές στη διαδικασία· παρατηρεί ότι έχουν ήδη διοργανωθεί αρκετές άτυπες συνεδριάσεις κατόπιν αιτήματος του κράτους μέλους για να εξηγηθεί η λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας· παρατηρεί, ωστόσο, ότι το 2024 δεν πραγματοποιήθηκαν επίσημες ανταλλαγές απόψεων με τη διυπηρεσιακή ομάδα εργασίας της Ιρλανδίας που συστάθηκε για να εξετάσει την πιθανή μελλοντική συμμετοχή της Ιρλανδίας στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία· καλεί την Επιτροπή, την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και τις ιρλανδικές αρχές να εκκινήσουν εκ νέου τον εποικοδομητικό διάλογο και να χαράξουν αποτελεσματική μελλοντική πορεία·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>105.</NO.P>εκφράζει τη βαθιά λύπη του για το γεγονός ότι η Ουγγαρία είναι το μόνο εναπομένον κράτος μέλος που δεν έχει ακόμη προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία παρά την απουσία οποιουδήποτε νομικού ή συνταγματικού κωλύματος· προτρέπει επιτακτικά την ουγγρική κυβέρνηση να προσχωρήσει στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία χωρίς περαιτέρω καθυστέρηση· θεωρεί ότι η συνεχιζόμενη μη συμμετοχή μπορεί να ερμηνευθεί μόνο ως εσκεμμένη απόπειρα προστασίας της διαφθοράς και της κατάχρησης κονδυλίων της Ένωσης από ανεξάρτητο ευρωπαϊκό έλεγχο· πιστεύει ότι η προσχώρηση της χώρας στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία θα απαντούσε οριστικά στα μακροχρόνια και θεμιτά αιτήματα της κοινωνίας των πολιτών και των ίδιων των πολιτών να ενισχυθούν οι νομικές διασφαλίσεις κατά της απάτης, της διαφθοράς και άλλων σοβαρών παραπτωμάτων και να αποκατασταθεί η εμπιστοσύνη στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, τα οποία επί του παρόντος υπονομεύονται από τις συνεχιζόμενες ελλείψεις στην επιβολή και αποδυναμώνουν τον θετικό αντίκτυπο των πολιτικών της Ένωσης που αποσκοπούν στη στήριξη της ανάπτυξης, της συνοχής και της ευημερίας των Ούγγρων πολιτών, καθώς και των ουγγρικών ΜΜΕ και τοπικών και περιφερειακών αρχών·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>106.</NO.P>υπενθυμίζει τις διάφορες προσπάθειες της ουγγρικής κυβέρνησης να προβεί σε συστηματική κατασκοπεία εις βάρος του προσωπικού της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της OLAF·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>107.</NO.P>τονίζει ότι οποιαδήποτε έλλειψη συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία από οποιοδήποτε κράτος μέλος δημιουργεί περιθώρια για ασυλία και προνόμια που αποδυναμώνουν την υπεράσπιση των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης, καθιστώντας την άνιση και αναποτελεσματική, και παροτρύνει την Επιτροπή να κινήσει διαδικασίες επί παραβάσει κατά οποιουδήποτε κράτους μέλους παρεμποδίζει συστηματικά τις έρευνες υπό την καθοδήγηση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας· καλεί την Επιτροπή να εξετάσει, κατά την εφαρμογή του κανονισμού (ΕΕ, Ευρατόμ) 2020/2092 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου<FOOTNOTE><FIELD> Κανονισμός (ΕΕ, Ευρατόμ) 2020/2092 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, της 16ης Δεκεμβρίου 2020, περί γενικού καθεστώτος αιρεσιμότητος για την προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης (ΕΕ L 433 I της 22.12.2020, σ. 1, ELI: http://data.europa.eu/eli/reg/2020/2092/oj).</FIELD></FOOTNOTE>, το ενδεχόμενο η μη συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να συνιστά δυνητική απειλή για τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης και καλεί την Επιτροπή να παρακολουθεί στενά τα επίπεδα συνεργασίας των κρατών μελών με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία· εκφράζει, στο πλαίσιο αυτό, τη βαθιά του δυσαρέσκεια για τις περιπτώσεις που αναφέρθηκαν το 2024, κατά τις οποίες ερευνητές της OLAF και της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δέχθηκαν απειλές από κυβερνήσεις κρατών μελών κατά την εκτέλεση των επιτόπιων δραστηριοτήτων τους· τονίζει ότι οι καταστάσεις αυτές υπονομεύουν το κράτος δικαίου, αποτελούν σοβαρή παραβίαση της αμοιβαίας εμπιστοσύνης και της πιστής συνεργασίας μεταξύ των κρατών μελών και των θεσμικών οργάνων της Ένωσης και αποδυναμώνουν τις δράσεις της Ένωσης, γεγονός που επιτάσσει τη θέσπιση ισχυρών προληπτικών και προστατευτικών μέτρων για την προστασία του προσωπικού όταν τοποθετείται σε συνθήκες κινδύνου·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>108.</NO.P>τονίζει ότι οι δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας πρέπει να συμβάλλουν στην προστασία των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης και αναμένεται να οδηγήσουν στην ανάκτηση ποσών εκταμιευμένων από τον προϋπολογισμό της Ένωσης που δεν χρησιμοποιήθηκαν για τον επιδιωκόμενο σκοπό λόγω εγκληματικών δραστηριοτήτων· παρατηρεί ότι η διαδικασία δήμευσης, η οποία επιτρέπει την ανάκτηση των εν λόγω ποσών, εναπόκειται στις εθνικές αρχές και ότι τα σχετικά δημευμένα ποσά, ή η αξία των στοιχείων ενεργητικού, που προκύπτουν από μέτρα εγκεκριμένα από τους ΕΕΕ στα κράτη μέλη, θα πρέπει να επιστρέφονται στον προϋπολογισμό της Ένωσης, μετά την αφαίρεση των δαπανών που πραγματοποίησαν οι αρχές των κρατών μελών για την εφαρμογή των εν λόγω μέτρων σύμφωνα με το άρθρο 38 του κανονισμού (ΕΕ) 2017/1939 όσον αφορά τα στοιχεία ενεργητικού ή τα προϊόντα που πρόκειται να διατεθούν σύμφωνα με το εφαρμοστέο εθνικό δίκαιο, με την επιφύλαξη των δικαιωμάτων της Ένωσης ή άλλων θυμάτων να αποζημιωθούν για τη ζημία που υπέστησαν· υπενθυμίζει ότι η Επιτροπή Ελέγχου του Προϋπολογισμού του Κοινοβουλίου έχει προτείνει τα πιθανά έσοδα που προκύπτουν από μέτρα κατάσχεσης και δήμευσης να συνυπολογίζονται στον προϋπολογισμό της Ένωσης ως έσοδα χωρίς ειδικό προορισμό, στο πλαίσιο χωριστής γραμμής του προϋπολογισμού που δημιουργείται με τροποποίηση του προϋπολογισμού· εκτιμά τη δέσμευση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να συνεργαστεί με την Επιτροπή για τη στήριξη των προσπαθειών που αποσκοπούν στη διασφάλιση της εφαρμογής των ανωτέρω· θεωρεί αναγκαία την τροποποίηση του άρθρου 38 ώστε να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εφαρμογή και παρακολούθησή του, προκειμένου να διασφαλιστεί η προστασία του προϋπολογισμού της Ένωσης, και καλεί την Επιτροπή να προβεί στις αναγκαίες ρυθμίσεις με τις αρμόδιες εθνικές αρχές ώστε να καταστεί δυνατή η εγγραφή των εν λόγω ποσών στον προϋπολογισμό της Ένωσης και να προτείνει τις αναγκαίες νομοθετικές λύσεις για την αποτελεσματική επιβολή του·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>109.</NO.P>υπογραμμίζει τη σημασία της παρακολούθησης και της συστηματικής υποβολής εκθέσεων σχετικά με τη συνέχεια που δίνεται στην έρευνα και τη δίωξη, ιδίως όσον αφορά τα οικονομικά μέτρα που εγκρίνονται (δήμευση και ανάκτηση), προκειμένου να γίνεται καλύτερα κατανοητός ο αντίκτυπος των ενεργειών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας· παρατηρεί ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και η Επιτροπή έχουν δεσμευτεί να εξορθολογίσουν τις ανακοινώσεις τους και να τις καταστήσουν κατάλληλες σε σχέση με την πιθανή έγκριση μέτρων για την αποκατάσταση του προϋπολογισμού της Ένωσης που θίγεται από οικονομικά εγκλήματα· υποστηρίζει ότι η Επιτροπή πρέπει να επικουρεί την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία στην παρακολούθηση και τη συνέχεια που δίνεται στις δραστηριότητες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, ώστε να αποτρέπεται η εκτροπή των περιορισμένων πόρων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας από τα ερευνητικά και εισαγγελικά καθήκοντα· πιστεύει ότι ο έλεγχος από το Κοινοβούλιο της διοικητικής συνέχειας που δίνεται στις ποινικές έρευνές της αποτελεί ουσιαστική συμβολή στη βελτίωση της αποτελεσματικότητας της αρχιτεκτονικής της Ένωσης για την καταπολέμηση της απάτης· ενθαρρύνει την Επιτροπή, καθώς και όλες τις συνιστώσες της αρχιτεκτονικής για την καταπολέμηση της απάτης, να βρουν έναν αποτελεσματικό και αποδοτικό τρόπο για την παρακολούθηση των δράσεων που υλοποιούνται και την υποβολή εκθέσεων σχετικά με το τελικό αποτέλεσμά τους·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>110.</NO.P>τονίζει τον καίριο ρόλο της ανάκτησης στοιχείων ενεργητικού και το αποτρεπτικό της αποτέλεσμα στο οργανωμένο έγκλημα· παρατηρεί ότι η συμμετοχή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας σε διεθνή δίκτυα θα πρέπει να ενισχύσει την αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ανάκτησης στοιχείων ενεργητικού· επαναλαμβάνει ότι η έγκαιρη και αποτελεσματική διερεύνηση και δίωξη των οικονομικών εγκλημάτων θα πρέπει να οδηγεί σε σημαντικές εξοικονομήσεις για τους προϋπολογισμούς της Ένωσης και των κρατών μελών·</P></ACTION></ACTLST><ACTLST><ACTINIT><STRING BOLD="on"><STRING ITALIC="on">Επικοινωνία</STRING></STRING></ACTINIT><ACTION><P><NO.P>111.</NO.P>εκφράζει την ικανοποίησή του για τις πολλές βελτιώσεις στην εσωτερική και εξωτερική επικοινωνία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας το 2024, ιδίως τις ενημερωτικές συνεδριάσεις σχετικά με την καταπολέμηση της παρενόχλησης και την καταγγελία δυσλειτουργιών και άλλες πρωτοβουλίες ευαισθητοποίησης σχετικά με το δεοντολογικό πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, που βρίσκεται ακόμη υπό ανάπτυξη· εκφράζει την ικανοποίησή του για τη συμβολή, κυρίως από τον Ευρωπαίο Γενικό Εισαγγελέα, στις ανταλλαγές απόψεων του Κοινοβουλίου στο πλαίσιο των διάφορων συζητήσεων των επιτροπών του Κοινοβουλίου (Επιτροπή Πολιτικών Ελευθεριών, Δικαιοσύνης και Εσωτερικών Υποθέσεων, Επιτροπή Ελέγχου του Προϋπολογισμού, Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής, Υποεπιτροπή Φορολογικών Θεμάτων)·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>112.</NO.P>παρατηρεί ότι το επίπεδο των πόρων της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας που είναι αφιερωμένοι στην επικοινωνία είναι περιορισμένο και ότι, δεδομένης της ανάγκης να καθιερωθεί η ψηφιακή αυτονομία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, η διαχείριση του ιστότοπου της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μεταφέρθηκε εσωτερικά, απαιτώντας πρόσθετους πόρους, μετά την παύση της παροχής της εν λόγω υπηρεσίας από τη ΓΔ Ψηφιακών Υπηρεσιών· σημειώνει ότι ο προϋπολογισμός για δραστηριότητες δημόσιας επικοινωνίας και προώθησης το 2024 ανήλθε σε 235 382 EUR και ότι καταναλώθηκε στο σύνολό του, ιδίως για την απόκτηση αδειών παρακολούθησης των μέσων ενημέρωσης και για άλλες επικοινωνιακές πρωτοβουλίες και τη μετάφραση δημοσιεύσεων·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>113.</NO.P>σημειώνει ότι η στρατηγική της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας για τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης έχει σχεδιαστεί για να στοχεύει αποτελεσματικά διάφορα ακροατήρια, συμπεριλαμβανομένων δημοσιογράφων, θεσμικών ενδιαφερόμενων μερών, επαγγελματιών του νομικού κλάδου και του τομέα επιβολής του νόμου, της ακαδημαϊκής κοινότητας και του ευρέος κοινού, προσαρμόζοντας τα μηνύματα στις ανάγκες τους· παρατηρεί ότι κύριος στόχος της παρουσίας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι η οικοδόμηση εμπιστοσύνης μέσω της βελτίωσης της προβολής· επαναλαμβάνει την έκκλησή του προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να επιτύχει σαφώς την καλύτερη δυνατή ισορροπία μεταξύ της διαφάνειας και του δημόσιου συμφέροντος, αφενός, και της εμπιστευτικότητας και της ορθής διεξαγωγής της έρευνας, αφετέρου, καθώς και να διασφαλίσει την ουδετερότητα των επικοινωνιών της σχετικά με τις δραστηριότητές της· ενθαρρύνει την Εισαγγελία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να απευθύνει καθησυχαστικό μήνυμα όσον αφορά την επιχειρησιακή διάσταση των αξιών και των αρχών της Ένωσης, οι οποίες βασίζονται στην ανεξαρτησία και τη συμμόρφωση με τον νόμο, και εφαρμόζονται με διαφάνεια και σεβασμό παρατηρεί ότι η αποτελεσματική επικοινωνία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας συμβάλλει στην ενίσχυση της φήμης των θεσμικών οργάνων μεταξύ των πολιτών και στην ευαισθητοποίηση των φορολογουμένων σχετικά με την πολυπλοκότητα και τη σημασία της προστασίας των οικονομικών συμφερόντων της Ένωσης·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>114.</NO.P>τονίζει ότι οι προσπάθειες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να διαβιβάζει ορθές και κατανοητές πληροφορίες σχετικά με τις πολύπλοκες υποθέσεις στις οποίες ασκήθηκαν διώξεις μπορούν να αποτελέσουν ισχυρό κίνητρο για τους πολίτες της Ένωσης να αναφέρουν πιθανά παραπτώματα στην Ευρωπαϊκή Εισαγγελία και να συμβάλουν στην προώθηση της αυξανόμενης συμμετοχής της κοινωνίας των πολιτών· εκτιμά την προσήλωση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στη βελτίωση της κατανόησης του έργου της από δημοσιογράφους, πολίτες και μέλη της ακαδημαϊκής κοινότητας μέσω ενημερώσεων στα μέσα ενημέρωσης σε διάφορα κράτη μέλη, επισκέψεων μελέτης, διασκέψεων, καθώς και μέσω τακτικών επικαιροποιήσεων και εκθέσεων ορόσημων που ενημερώνουν συνολικά το κοινό σχετικά με το έργο και τον αντίκτυπο της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας· κατανοεί ότι ο ευαίσθητος χαρακτήρας των υπό διερεύνηση θεμάτων και η ανάγκη συμμόρφωσης με το τεκμήριο αθωότητας των πολλών εμπλεκόμενων μερών στις υποθέσεις της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας απαιτούν ακριβή δελτία Τύπου και διάδοση πληροφοριών μόνο όταν έχουν προηγουμένως και εκ των προτέρων επαληθευτεί από τους εισαγγελείς και σύμφωνα με τις νομικές απαιτήσεις, ενδεχομένως μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, διαδικτυακών πλατφορμών και μέσων κοινωνικής δικτύωσης· παρατηρεί ότι η άμεση επικοινωνία μέσω των μέσων κοινωνικής δικτύωσης εξαλείφει την ερμηνεία από τρίτους και διευκολύνει τη μετάδοση μηνυμάτων από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία με ακρίβεια και διαφάνεια·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>115.</NO.P>πιστεύει ότι η ενισχυμένη στρατηγική επικοινωνία θα πρέπει να διέρχεται μέσα από την ενισχυμένη προσβασιμότητα στις επιλογές υποβολής αναφορών και εκφράζει την ικανοποίησή του για την προώθηση από την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία της επιλογής υποβολής αναφορών στα βιογραφικά όλων των λογαριασμών της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και για τα αιτήματα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να την ενσωματώσει σε κάθε τυποποιημένη παρουσίαση για το εξωτερικό κοινό, τους επισκέπτες και σε συνέδρια ή ομιλίες, κατά περίπτωση·</P></ACTION></ACTLST><ACTLST><ACTINIT><STRING BOLD="on"><STRING ITALIC="on">Επιπτώσεις του παράνομου επιθετικού πολέμου της Ρωσίας κατά της Ουκρανίας</STRING></STRING></ACTINIT><ACTION><P><NO.P>116.</NO.P>εκφράζει την ικανοποίησή του για την απόφαση να μην εγκριθεί η νομοθεσία που ψηφίστηκε στο κοινοβούλιο της Ουκρανίας, Verkhovna Rada, τον Ιούλιο του 2025, η οποία θα αποδυνάμωνε την αποτελεσματικότητα των δράσεων της ειδικής εισαγγελίας της Ουκρανίας για την καταπολέμηση της διαφθοράς (SAPO) και του εθνικού γραφείου καταπολέμησης της διαφθοράς (NABU), ιδίως ενόψει των πρόσφατων υποθέσεων διαφθοράς υψηλού επιπέδου που αναφέρθηκαν από τα μέσα ενημέρωσης, γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη για προληπτική και συνετή προσέγγιση κατά την αντιμετώπιση των αδικημάτων διαφθοράς και τη σημασία των προσπαθειών της Ουκρανίας για την αποτελεσματική επιδίωξη των στόχων διαφάνειας·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>117.</NO.P>γνωρίζει ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία υπέγραψε τρεις συμφωνίες συνεργασίας με τη γενική εισαγγελία της Ουκρανίας - PGO, το εθνικό γραφείο καταπολέμησης της διαφθοράς - NABU και την ειδική εισαγγελία για την καταπολέμηση της διαφθοράς, με σκοπό τη διευκόλυνση της συνεργασίας στις αντίστοιχες έρευνες βάσει του υφιστάμενου νομικού πλαισίου· σημειώνει ότι, το 2024, η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία διοργάνωσε στις εγκαταστάσεις της τέσσερα προγράμματα κατάρτισης Ουκρανών εισαγγελέων και ανακριτών από το NABU· υπενθυμίζει ότι, υπό συγκεκριμένες συνθήκες, η αρμοδιότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας μπορεί να επεκταθεί σε κονδύλια της Ένωσης, ακόμη και όταν χρησιμοποιούνται σε τρίτες χώρες, και μπορεί επίσης να καλύπτει τις καταστρατηγήσεις των κυρώσεων της Ένωσης, στον βαθμό που εμπίπτουν στην τρέχουσα εντολή της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και συνεπάγονται δυνητική ζημία για τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης μέσω της αποφυγής τελωνειακών δασμών· κατανοεί ότι ο εντοπισμός και η αναφορά περιπτώσεων απάτης από τις αρμόδιες αρχές παραμένει πράγματι ζωτική προϋπόθεση για οποιαδήποτε περαιτέρω συνεργασία και ότι η ανταλλαγή εμπειρογνωσίας που δρομολογήθηκε με την προσφορά κατάρτισης θα βοηθήσει περαιτέρω τις ουκρανικές αρχές στις προσπάθειές τους να εντοπίσουν πιθανές περιπτώσεις απάτης που αφορούν κονδύλια της Ένωσης· εκτιμά τη διαθεσιμότητα της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας να εντείνει τη συνεργασία με τη σύσταση ειδικών ομάδων με τις ουκρανικές αρχές για τον συντονισμό των ερευνών, όπου απαιτείται, λαμβάνοντας υπόψη τον όγκο και την έκταση του καταγγελλόμενου εγκλήματος·</P></ACTION><ACTION><P><NO.P>118.</NO.P>σημειώνει ότι ο αυξανόμενος όγκος της χρηματοδοτικής στήριξης της Ένωσης προς την Ουκρανία, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο του μέσου διευκόλυνσης για την Ουκρανία, είναι πιθανό να δημιουργήσει πρόσθετες απαιτήσεις έρευνας για την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία κατά τα επόμενα έτη· τονίζει ότι είναι σημαντικό αυτές οι προκλήσεις να προβλεφθούν μέσω επαρκούς στελέχωσης, ασφαλών ψηφιακών υποδομών και ενισχυμένων πλαισίων συνεργασίας, προκειμένου να προστατευθούν τα οικονομικά συμφέροντα της Ένωσης, ενώ παρέχεται παράλληλα αποτελεσματική στήριξη στην Ουκρανία.</P></ACTION></ACTLST></DISPOSITIF></TEXT></RESOL></TXTLST></SDOCTA>